Skip to main content

Posts

Showing posts from February, 2007

471 μέτρα.

1. Απλή συνωνυμία Με το αριστερό της χέρι τράβηξε λίγο το βαμβακερό μανίκι να φτάσει στα ακροδάχτυλά της. Με τον δείκτη καθάρισε το μικρό φακό από την δαχτυλιά. Καλύτερα. Όλα φαίνονταν πολύ καλύτερα. Τα παράθυρα απέναντι από την πλατεία φαίνονταν καθαρά. O παππούς στο απέναντι ξενοδοχείο διαβάζει Herald Tribune ενώ κοιτάει στο καφέ από κάτω τα κορίτσια που γελάνε. Η πλατεία έχει πολύ κόσμο. Στους δρόμους αριστερά και δεξιά κίνηση. Κανένα παρκαρισμένο όμως. Το Παρίσι ηλιόλουστο. Κανείς δεν κοιτάει στον 3 ο όροφο. Η ζαρντινιέρες μπροστά στο μπαλκόνι θα κάνουν καλή δουλειά. Άπλωσε το αριστερό χέρι κι έκλεισε την κουρτίνα αργά ώστε να μην τραβήξει η κίνηση της κάποιο βλέμμα. Άφησε τα κυάλια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Το μπουρνούζι του ξενοδοχείου ήταν εκπληκτικά μαλακό. Σκέφτηκε πως αν ήταν αλλιώς οι συνθήκες θα το ‘παιρνε. Δυνάμωσε το ραδιόφωνο και γνώρισε την φωνή του Αζναβούρ σ’ ένα κομμάτι που άκουγε από μικρή αλλά ποτέ δεν έμαθε τον τίτλο. Προσπάθησε να αδειάσει το μ...

Απλή συνωνυμία

«Το κουδούνι είναι» – συνειδητοποίησε αφού είδε ένα όνειρο 3 δευτερολέπτων. Καθόταν λέει σε μία κούνια που ήταν δεμένη σε δύο καμπάνες και σε κάθε μικρή του κίνηση αυτές χτυπούσαν. Όσο φόραγε την φόρμα του καταριόταν τους πλασιέ, τους διαχειριστές, τα παιδιά για τα κάλαντα, τους ταχυδρόμους και τις έρευνες αγοράς. Δεν κοίταξε απ’ το ματάκι, απλά άνοιξε την πόρτα, ενώ βύθισε το άλλο χέρι στα μαλλιά του τραβώντας τα ελαφρά πίσω, μήπως και ισιώσει αυτό το τσουλούφι που αισθανόταν σαν κεραία αυτοκινήτου. Ο κύριος ήταν γύρω στα 50. Μπορεί και 60. Ευγενική αλλά και περίεργη φυσιογνωμία. Άσπρο δέρμα, ξανθά κοντά μαλλιά, ντυμένος με μακρύ μαύρο σακάκι, σαν διευθυντής ορχήστρας ή τσίρκου. Άσπρο πουκάμισο, μαύρο παπιγιόν, μαύρο παντελόνι και ένα ζευγάρι μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια από αυτά που πάντοτε ζήλευε αλλά δεν έχει κανείς στο νούμερό του. Γαλανά μάτια με απαλό αλλά γεμάτο βλέμμα πίσω από ελαφριά οβάλ γυαλιά. Πριν προλάβει να σκεφτεί πόσο μοιάζει με κάποιον που δεν είναι σίγουρος πο...

Και τί πειράζει;

Τα Caprice είναι παράδοση. Μεγάλη ιστορία. Δεν υπήρξε σπίτι που να μην είχε κάποια στιγμή ένα κουτί Caprice και κάποιος να τα τσάκιζε σε άσχετες ώρες. Κράτς. Πάει το τελευταίο. Κράκ. Απέκτησα ένα κράκ ακόμη στην συλλογή των κλειδώσεών μου. Κάτω από την αριστερή ωμοπλάτη. Είναι το καραβίσιο μου κρακ. Ισιώνεις λίγο την πλάτη, μικρή αντίσταση, και κρακ. Ξεκλειδώνει κάτι. Σαν μικρό πορτάκι. Όταν τα κρακ γίνονται τρίξιμο αλλάζει, αλλά προς το παρόν το μόνο που τρίζει είναι μέσα στο κεφάλι μου. Οι εναλλαγές της διάθεσης μου φτάνουν τις 432 ανά μέρα, αν μέτρησα καλά. Αλλά δεν πειράζει. «Όσο πιο δύσκολο, τόσο καλύτερα» και ναι. Τί πειράζει; 6 άνθρωποι μου προσφέρουν όποτε χρειαστώ μια ιδιαίτερη αισιοδοξία, μου τα χώνουν ενίοτε ο καθένας με τον τρόπο του, και μ’ αρέσει που βρίσκω τρόπους να μην τους συνηθίζω. Απλά τους σκέφτομαι, κι εκείνοι μου τα δίνουν. Τόσο απλά. Τους εντοπίζω με τη σκέψη στο παρόν, τους βλέπω απασχολημένους με κάτι, κι εκείνοι μου τα δίνουν. Ίσως κάποιος από αυτο...

Me, drunk? Ha! You Should See Buckingham!

Was ever woman in this humour woo'd? Was ever woman in this humour won? I'll have her; but I will not keep her long. What! I, that kill'd her husband and his father, To take her in her heart's extremest hate, With curses in her mouth, tears in her eyes, The bleeding witness of her hatred by; Having God, her conscience, and these bars against me, And I nothing to back my suit at all, But the plain devil and dissembling looks, And yet to win her, all the world to nothing! Ha! Hath she forgot already that brave prince, Edward, her lord, whom I, some three months since, Stabb'd in my angry mood at Tewksbury? A sweeter and a lovelier gentleman, Framed in the prodigality of nature, Young, valiant, wise, and, no doubt, right royal, The spacious world cannot again afford And will she yet debase her eyes on me, That cropp'd the golden prime of this sweet prince, And made her widow to a woful bed? On me, whose all not equals Edward's moiety? On me, that halt and am un...

ΚΝΦ

Αποσβολωμένες ανάσες, κάτω από ερπυστριοφόρες ελπίδες. Μηχανικά βλέμματα λαχανικών σκορπούν σκοτάδι στην πανσέληνο. Υποψία τυφλής αρπαγής, καταγγελία ηλεκτρικού αγγίγματος, κάθειρξη ομιχλώδους μυρωδιάς, εκτέλεση της καραμελωμένης πεταλούδας. Σαπισμένο μπρούτζινο χορτάρι, φωνές από το μολυβένιο χώμα. Είσαι εδώ. Υπάρχεις. Ο τεθλασμένος ορίζοντας πλησιάζει με το κομψό μπαστούνι του. Σωρός τα σπασμένα πόδια χορευτών, κομμένοι λαιμοί τενόρων, κάτω από την ψηφιακή ταμπέλα: «Ανακύκλωση». Ενώ η ορχείς-τρα παίζει για σένα τα βογγητά των βοστρύχων του θηλυκού καρχαρία. Σωπαίνεις στον Σοπέν, κοπιάρεις τον Κοέν, ρεφάρεις στο ρεφρέν.Μα πόσα ντεσιμπέλ σε ντύνουν τα άδικα ξημερώματα; Ποιοί σου ζυγίζουν την νιότη των βλεφάρων, αχνοπατώντας σε βυσσινί σοφίτες; Μαύρα πουλιά απ’ το μπούστο σου, χυμούν στα παγοθραυστικά. Λούζεσαι σε παλλόμενες ισοτιμίες ενώ λιώνουν οι κύκνοι στις πύρινες λίμνες. Τα τέσσερα φεγγάρια σου ξεκόλλησαν και πέσαν αλαλάζοντας ιαχές πεθαμένων πολεμιστών. Δεν είσαι εδώ. Δεν υπάρχει...

Αρμένοι, Ρέθυμνο - 5/2/2007

Κόρης φιλίν εζήτηξα κι είπε μου να τση μνόξω. Και μνόγω τζη στον ουρανό, και λέει μου ψηλά 'ναι. Και μνόγω τζη στη θάλασσα, και λέει μου βαθιά 'ναι. Και μνόγω τζη στην εκκλησά, πέτρα κι ασβέστης είναι. Και μνόγω τζη στο κόνισμα, τάβλα και ζωγραφιά 'ναι. Και μνόγω τζη στη νιότη μου, λέει μου, ψεύτης είσαι.