Έχω κρεμάσει τα ρούχα μου να στεγνώσουν. Ήταν απόγευμα. Το βράδυ είχαν πια στεγνώσει. Έχουν περάσει 4 ημέρες και είναι ακόμη εκεί. Μόλις το έγραψα αυτό, τα μάζεψα. Ήταν μια καλή ευκαιρία να σηκώσω το πατζούρι μου. Το σήκωσα και είδα τον πορτιέρη στο μπαλκόνι μου. Γύρισε τον παχύ του σβέρκο και με κοίταξαν τα μαύρα γυαλιά του με απορία. Του έκανα νόημα ότι είναι οκ, και έτσι, μπόρεσε και μπήκε λίγος ήλιος στο σαλόνι μου. «Αυτό το καλοκαίρι με τσάκισε» - αυτό έλεγε η Άλμα σε μια σκηνή από το Καλοκαίρι και Καταχνιά. Έτσι, στο ξεκάρφωτο πετάει αυτή την ατάκα. Χωρίς φαινομενικά να υπάρχει λόγος. Ψάχναμε κάποτε γιατί την λέει… Υποθέσαμε γιατί, και σωστά. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρις ότου να βρεθώ στα μέρη της στις Νότιες Πολιτείες για να νιώσω και στο πετσί μου αυτή την αρρώστια υγρασίας, ζέστης, βροχής, ασφυξίας, σχεδόν απελπισίας. Το πετσί μου νιώθει τα ίδια και στην Ελλάδα. Ότι λείπει από τις καιρικές συνθήκες, το αναπληρώνουν οι τηλεάνθρωποι, η αποχαύνωση, και η καταναγκαστική διασκέδα...