Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2012

5. Κινητή Άμμος.



Ο Μπερτόδουλος, τα έφτιαξε με τη χοντρή!.
Αυτό κι αν είναι είδηση. Θα μου μείνει αιώνια απορία πώς συννενοήθηκαν για κάτι τέτοιο. Τι έγινε εκείνο το βράδυ στης χοντρής Στέλλας. Ή Αλεξάνδρα την έλεγαν; Η Μάρα με εμένα ήταν η φυσική κατάληξη των πραγμάτων αλλά το παρελθόν μας ήταν κλειδωμένο. Τίποτα δεν έμπαινε εκεί. Μπετόν αρμέ. Όλοι ανακουφίστηκαν με το happy end του έργου μας, την συλληπηθήκαν για τον χαμό του Φίφη - ποιός χέστηκε, και ο προβολέας γύρισε τελικά στον Μπερτόδουλο και την μόνη φορά που τον βλέπαμε με γυναίκα. Την προηγούμενη φορά, τον είχε συνοδεύσει ο πατέρας του. Συνοδός. Μία στο στρατόπεδο και μερικές στο σπίτι.Έτσι τον έκανε άντρα. Χωρίς κόπο. Άνεσις.
Η χοντρή έμεινε έγκυος από έναν Κώστα που μου είχε φτιάξει κάποτε τη μηχανή στο Νέο Κόσμο, και θεώρησε έξυπνο να το φορτώσει στον Μπερτόδουλο, που του άλλαξε η ζωή σε δεκαπέντε δεύτερα και αποφάσισε ακαριαία να πεί ναι στον μπαμπά του για να πάρει το φούρνο και να αναλάβει όλες τις ευθύνες του, όπως πρέπει. Τα 'μαθε τα περί παιδιού όμως, με λίγη βοήθεια από τους φίλους του, μέσα σε 24 ώρες. Ακολούθως, η χοντρή έτρεχε στην πλατεία Νέας Σμύρνης, κι ο Μπερτόδουλος την κυνήγαγε ουρλιάζοντας με τη μηχανή στο πεζοδρόμιο. Έναν μπόλντορα. Το "Μπερτ-μομπιλ", που λέρωνες πάντα το αριστερό πατζάκι από τη φλάτζα κεφαλής.Την έπιασε απ' τα μαλλιά και την πέταξε κάτω αλλά δεν της έκανε τίποτα άλλο.
Ήπιε μερικές μπύρες λίγο παρακάτω σε ένα μπιλιαρδάδικο, και καρφώθηκε με το Μπέρτ-μομπιλ στην Βουλιαγμένης, λίγο πριν την πρώτη είσοδο για Ηλιούπολη με 180. Το αριστερό του χέρι, από τον αγκώνα και κάτω, δεν βρέθηκε ποτέ.Στην κηδεία ο Περικλής είπε -Τουλάχιστον δεν θα τον παίζει εκεί πάνω τόσο πολύ.
Κοιταχτήκαμε σοβαρά, ο Περικλής πάγωσε που πήρε πρωτοβουλία για τέτοιο αστείο μπροστά μας, και τον ενημερώσαμε ως ειδήμονες πως ήταν επιβεβαιωμένα δεξιόχειρ. Γίναμε λιώμα, πέρασε ο Τόλης και νομίζω ότι τον είδα βουρκωμένο.
Ποτέ δεν εξηγήσαμε πλήρως στην παρέα σε τί κατέληξε η εισβολή στην βίλα και το πέπλο μυστηρίου που είχε δημιουργηθεί θα μπορούσε να μας δημιουργήσει πρόβλημα. Κανείς δεν ήταν σίγουρος ποτέ για το τί ακριβώς είχα κάνει εκεί και, από ότι είχα καταλάβει, ο καθένας σκέφτονταν διάφορα. Τους άφηνα να νομίζουν ότι θέλανε χωρίς να αφιερώσω περισσότερη σκέψη τροφοδοτώντας τον σκοτεινό μου μύθο. Γελοιότητες δηλαδή. Παιδιαρίσματα και κοπλιμέντα στον εαυτό μου. Αφού κανείς από την παρέα δεν είχε σαφή εικόνα για την ζωή μου, μόνο το να μας βλέπεις με την Μάρα ήταν πλέον σαν να κολλάς σε σαπουνόπερα. Κι όλοι αρκέστηκαν σε
αυτό. Με εμένα πρώτο. Ήμασταν το κύριο θέμα κουτσομπολιού μετά θεαμάτων σε κάθε μάζωξη και αυτό μπορεί να σε κολακέψει. Ή να σε κάνει να πάρεις τα μέτρα σου. Ή να σε πάρει ο ύπνος. Διάλεξε.
Όταν σχεδιάζεις, πετυχαίνεις, μπαίνεις σε ένα όνειρο που νομίζεις πως το ζεις, ζαχαρώνει το μυαλό σου, μαλακώνουν οι αρθρώσεις σου, ανεβαίνει η αλαζονεία σου, είσαι πιο κουλ από ποτέ, και η πρόσκρουση στο πάτωμα εκπλήσει και πονάει ασυνήθιστα.
Μπήκε τρέχοντας ξυπόλυτη, ενθουσιασμένη, ανέβηκε στον καναπέ και χοροπηδούσε με ένα γράμμα στο χέρι.
Πανεπιστήμιο Ιστορίας Τέχνης. Αγαπητή τάδε. Η αίτησή σας έγινε δεκτή. Μπλα μπλα μπλα, Συγχαρητήρια. Υπογραφή ο κοσμήτωρ, 20 Ιουνίου, Παρίσι.
Έτσι άρχισε χαρούμενη να πακετάρει κι έτσι άρχισα να πακετώνομαι. Όχι. Δεν χάρηκα με τη χαρά της. Τσαντίστηκα. Βάρυνα. Σκοτείνιασα και καθόμουν ακίνητος και σοκαρισμένος μέσα στο εγωιστικό μου ψυγείο. Ήμουν συγκαταβατικά με το μέρος της μέχρι που έθιξε το μεταξύ μας θέμα.
- Δεν υπάρχει σχέση εξ αποστάσεως. Μόνο απόσταση υπάρχει. Έβαλε τα κλάμματα πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου.Υπερασπιζόμουν το δίκιο μου με θωράκιση κυνισμού και ψυχραιμίας ενώ με τα χέρια μου πίεζα τα άντερά μου μέσα, να μη χυθούν στα χαλιά.
- Αν είσαι εκεί, δεν είσαι εδώ. Κι αντίστροφα. Τόσο απλό. Πρέπει να πας όμως. Είναι αυτό που θέλεις. Κάντο. Αν γυρίσεις, θα δείξει. Ας αφήσουμε να προκύψουν τα πράγματα. Συνέχιζα να ρίχνω κουβάδες με κρύα λόγια, κομματάκια πραγματικότητας και αυτό που εγώ νόμιζα, ωριμότητα.
Σαν να έκλεινα την πόρτα μόνος μου και της έπιασα και τα δάχτυλα. Δεν φανταζόμουν πόσο μαλακή είναι η σκληρή μου. Και πόσο μαλάκας εγώ. Έφυγε βέβαια. Έμεινα φυσικά.
Όλα γαμήθηκαν ανεπιστρεπτί.
Οι άνθρωποι που μένουν κοντά σε γραμμές τραίνου, δεν ακούνε πλέον το τραίνο να περνάει. Μετά από τόσες φορές, ένιωθα πια το τραίνο να περνάει από μέσα μου. Κάθε φορά, κάτι σκάλωνε σε ένα παράθυρο, σε έναν άξονα, ξεκολούσε από μένα και το έβλεπα να ανεμίζει φεύγοντας με πάταγο. Και το ζήλευα με πολλούς τρόπους. Και ξανάβλεπα τον ορίζοντα που τον είχα ξεχάσει και την ακινησία μου που δεν με άφηνε να κάνω ένα βήμα δίπλα, πριν περάσει το επόμενο.
Δεν υπήρχε αμφιβολία πλέον.
Ήταν όλα απλά.
Είμαι δειλός.
Κότα.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τελικά αποφάσισες να γράψεις... Χαίρομαι αλλά ειναι άδειο το κείμενο...κάτι λείπει!!!

Godot είπε...

Μόνο ένα "κάτι" σου λείπει;