Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2011

2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοιτώντας από την μέσα μεριά του τοίχου, η διάθεσή μου άλλαξε soundtrack. Πίσω ο Μπερτόδουλος, η Τερέζα και ο συνηθισμένος μίζερος κόσμος μου. Δίπλα μου ο Κιού. Στο όριο με τον άλλο κόσμο μπροστά, συγκεντρωμένος σε μένα και αυτό που θέλω και πιστεύω. Αυτό μάλλον λέγεται φιλία. Και αυτός, φίλος.
- Να κεράσω σπασμένο τζάμι; μια δόση αποτυχημένου χιούμορ μήπως σπάσει την απότομη σοβαρότητα. - Δοκίμασες; αρπάχτηκα μαζί του κι εγώ - Άνοστο. - Άστο τότε. - Άστο. Κοιτάζαμε κι οι δύο μέσα. Το στομάχι μου έκανε κοιλιακούς μόνο του. Ένιωσα ότι είχα ιδρώσει και όσο περισσότερο το τραινάρω τόσο πιθανότερο να γυρίσω τρέχοντας με τα αυτιά κάτω στο σπίτι της χοντρής.
Στον πάνω όροφο, από την μπαλκονόπορτα φαινόταν το άρρωστο φως ενός πορτατίφ. Προφανώς το φως σήμα ότι κάποιος είναι σπίτι και υπάρχει κίνηση. Κάτω απ΄ το μπαλκόνι, η ξύλινη κατασκευή με τα βαρέλια. Το υπαίθριο κελάρι του σκατόψυχου. Από εκεί ανεβαίνει στο μπαλκόνι και γριά με βγαλμένο γοφό. Από κάτω μου και 2-3 μέτρα αριστερά κολλητά στον τοίχο ένα σπιτάκι. Του κηπουρού που δεν προσλήφθηκε ποτέ. Μάλλον. Σκοτεινό και ελπίζω εγκαταλελειμένο.
Ο Κιού ψιθυρίσε - Αριστερά από κάτω μας. Σπιτάκι, ευθεία κήπος, απ' αυτό το ξύλινο με τα βαρέλια, μπαλκόνι. Επιστροφή, όλα ανάποδα. Για πλάκα είναι. - Κιού μου δίνεις κιού; συνέχιζα να κοιτάω το κίτρινο φως στο μπαλκόνι. - Ε; Ναι. Ναι ρε. Άντε. Περιμένω εδώ. Ήταν το κιού μου. Γύρισα αριστερά στα γόνατα. Είδα κάτω την απόσταση και πήρα το βλέμμα μου αμέσως. Δέκα πόντους δίπλα μου τα τζάμια. Ακριβώς πάνω από το σπιτάκι με άφηνα σιγά σιγά μέχρι να κρεμαστώ όλος από τον τοίχο.
Μπήκα. Εύκολα. Απαλός κι αθόρυβος. Στον πάνω όροφο είναι μόνο υπνοδωμάτια και κάτι σαν βιβλιοθήκη με ένα άγαλμα ενός κούρου από εκεί που μπήκα. Ξέρω πως το τελευταίο στο διάδρομο, είναι το δωματιό της. Όλα σκοτεινά κανένας ήχος. Το φως από το παράθυρο στο τέλος του διαδρόμου με βοηθάει να παω γρήγορα εκεί, προσπερνώντας όλα τα άλλα δωμάτια. Από τη μισάνοιχτη πόρτα, η μυρωδιά της με τραβάει δυο βήματα μέσα. Παλιότερες εικόνες χώνονται στο κεφάλι μου, βλέμματα, ήχοι, τα διώχνω. Όχι τώρα. Τη νιώθω εκεί αλλά δεν είναι κανείς. Απέναντι άλλη μια ανοιχτή πόρτα, η κρεβατοκάμαρα των γονέων. Στέκομαι στην πόρτα. Σκοτάδι.
Μια κάφτρα τσιγάρου αριστερά άναψε σα φάρος σχεδόν άκουσα το χαρτί να καίγεται.
-Εδώ είμαι. Μην ανάψεις φως. Μούδιασα από το αναπάντεχο. -Που είσαι; της είπα -Ξαπλωμένη. Μην ανάψεις φως. -Τί κάνεις εκεί; -Σε κοιτάω καλέ μου. Η αυλόπορτα είναι ξεκλείδωτη. Δεν δοκίμασες. -Μπορείς να μου εξηγήσεις.. έκανα μια κίνηση αλλά η φωνή της δεν μου άφησε περιθώρια. -Όχι! Περίμενε. -Τι να περιμένω; -Καλά έκανες κι ήρθες. Έχεις πάντα καλό ταίμινγκ όταν με κυνηγάς. Κάτι μύριζε. Αποπνικτικό δεν καταλάβαινα τί είναι ακριβώς αλλά μου στούμπωνε τη μύτη ενώ το στομάχι μου είχε σφιχτεί σαν πέτρα -Τί να περιμένω; Τί συμβαίνει; Ήθελα να κινηθώ αλλά κάτι με κρατούσε εκεί. Μπορεί και να φοβόμουν τελικά -Ηρέμησε. Ηρέμησε για να με ηρεμήσεις. Δεν είμαι πολύ καλά. Γλυκέ μου, τι θα κάνω χωρίς εσένα; -Μάρα θα... -Θα τίποτα. Ένα πακέτο τσιγάρα έσκασε στα πόδια μου. -Κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου χωρίς να μιλάς λίγο. Ήταν ότι έπρεπε και τα περιθώρια μου λίγα. Ένοιωθα να μην πατάω γερά. Έσκυψα ψάχνοντας το πακέτο αριστερά στο πόδι μου. Εκεί προσγειώθηκαν και τα σπίρτα. Έβγαλα ένα τσιγάρο κι άναψα το σπίρτο. Άναψα και το βλέμμα μου εστίασε πέρα από την κάφτρα μου ενώ ετοιμαζόμουν να το φυσήξω. Διέκρινα δύο ζευγάρια πόδια στο κρεβάτι. Δεξιά ένα ζευγάρι αντρικά παπούτσια. Μαζί με αυτόν που τα φόραγε.
Κόντεψα να πέσω. Τίναξα το σπίρτο κι έσβησε ενώ ο καπνός με έπνιξε στο λαιμό στα μάτια, ήθελα να μιλήσω αλλά μόνο ένας βήχας βγήκε.
-Σσσσσς! Σώπα.... είπε με την πιό γλυκειά φωνή. Όλα είναι εντάξει.
Κρατιόμουν από την κάσα της πόρτας χωρίς να μπορώ να κινηθώ. Το μυαλό μου πάγωσε. Σαν να βρίσκομαι σε ιστό αράχνης που με κάθε κίνηση πιάνεσαι περισσότερο. Φως. Το χέρι μου έψαχνε διακόπτη πάνω κάτω στον τοίχο. Τον βρήκα. -Μη βιάζεσαι μωρό μου. Είσαι έτοιμος; Είσαι σίγουρος;
-Όχι. Το πάτησα. Τρεις λάμπες παλιού φωτιστικού έριξαν σε όλο το δωμάτιο ένα γλυκό φως. Στο διπλό κρεβάτι εκείνη με τη πλάτη στο κεφαλάρι φορώντας ένα έντονο πράσινο φόρεμα. Φύσηξε τον καπνό στα αγαπημένα μου μαύρα μαλλιά με τις μακριές ουρές στο πλάι του προσώπου και ήταν τα μόνα που κινήθηκαν εκεί μέσα. Τα μαύρα της μάτια μεγάλα χαμογελαστά και κουρασμένα. Στο άσπρο της πρόσωπο, κόκκινα στίγματα. Στο κάτω χείλος μέχρι το πηγούνι της το λαιμό της, το ντεκολτέ της κόκκινο. Αίμα. -Κουρεύτηκες... σου πάνε έτσι. Μη τα ξαναφήσεις. Η φωνή της σταθερή και κουρασμένη. -Μάρα, ο... Δεν ήξερα τί να πω. -Ο; Ποιός; Σαν να μην έχει καμία επαφή. Προσπαθούσα να μην ξεράσω με το χέρι στο στόμα και να σταματήσω να αναπνέω τη σκουριασμένη μυρωδιά του αίματος. Ζαλιζόμουν και πηγαίνοντας πίσω, σταμάτησα στον τοίχο. Άνοιξα δίπλα μου την μπαλκονόπορτα να μπει αέρας. Μπήκε μαζί με τις κουρτίνες, τον ήχο που έκανε στα δέντρα του κήπου κι ένα μακρυνό γέλιο του Μπερτόδουλου.
Με δυο-τρεις ανάσες γλίτωσα τη λιποθυμία και σταθεροποίησα το βλέμμα μου που δεν μπορούσε να εστιάσει πουθενά. -Κάνε ένα τσιγάρο κι άναψέ μου και μένα ένα. Ήταν η καλύτερη ιδέα που άκουσα όλη τη μέρα και τα 'πιασα απ' το πάτωμα. Έπεσα ξανά με την πλάτη στον τοίχο ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι. Έκατσα κάτω για να μη δω αυτό που απέφευγα αλλά είδα αλλά δεν είδα ακριβώς αλλά κατάλαβα αλλά δεν ήξερα τί να κάνω. Μου χαμογέλασε. -Δε θα μου ανάψεις; -Άναψε μόνη σου. Της τα πέταξα και τα 'πιασε στον αέρα ακαριαία. Τα μάτια της άνοιξαν απότομα και με πάγωσαν. -Σπίρτα; της τα πέταξα κι αυτά και έπεσαν στο φόρεμά της. -Σόρυ αλλά είμαι λίγο στην τσίτα. Άναψε και πήρε μια βαθιά τζούρα. Καταλαβαίνεις. Πρωτάρα ήμουν. Κοίταξε την μπαλκονόπορτα και την κουρτίνα που μπαινόβγαινε. -Ο Κιού είναι πάνω στον τοίχο; Πές του να φύγει μη σφαχτεί. Έχει γυαλιά εκεί. Με κοίταξε σαν να θυμήθηκε κάτι ξαφνικά -Τί κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Δε μου 'πες.
Δεν ήξερα τί να πρωτομαζέψω. Εμένα που προσπαθώ να συνέλθω; Τη Μάρα που παραληρεί; Τα παπούτσια που κοιτάω τις σόλες τους με αυτόν μέσα; Τον Κιού στον τοίχο; Τους άλλους να φύγουν αμέσως; Τον ήλιο να μην ανατείλει; Ο ουρανός είχε βγάλει την κασετίνα του και είχε αρχίσει να πασαλείβεται με τα χρώματά του.
Κοίταξα μια στιγμή έξω ανάμεσα στις κουρτίνες. Όντως ο Κιού φαίνονταν. Άκουσα ένα γδούπο. Γύρισα. Το χέρι της έπεσε στο ξύλο του κρεβατιού και το τσιγάρο κάτω. Θα λιποθύμησε. Πρέπει να μαζευτώ άμεσα. Τινάχτηκα έξω, έτρεξα κάτω από την εσωτερική σκάλα και βγήκα στον κήπο. Έφτασα στον Κιού τρέχοντας -Τι ρε; -Άκου. Διώχτους όλους τώρα. Τώρα. Αμέσως. Πήγαινε στον Τόλη, παρτε την κλούβα κι ελάτε σφαίρα. Τώρα. Μη ρωτάς Τώρα. Μάλλον φαινόμουν κάπως πειστικός κι ο Κιού απλά κρεμάστηκε έξω, άφησε τα χέρια και προσγειώθηκε σπάζοντας ένα απ' τα καφάσια. Τους μάζεψε κι έφυγαν χωρίς εξηγήσεις. Έμεινα λίγο στον κήπο. Αυτός ο αέρας ήταν περίεργος. Κοίταξα τη μπαλκονόπορτα που ανέμιζε η κουρτίνα. Το κεφάλι μου γύρναγε κι αυτή η γαμημένη σκουριά δεν φεύγει απ' τα ρουθούνια μου ή το μυαλό μου. Περπάτησα λίγο εκεί πατώντας ψιλά ξύλα κι ακούγοντάς τα να σπάνε. Τη Μάρα τη γνώρισα έξω από ένα ντραρκόμπαρο ξημερώματα Σαββάτου να ρουφιέται από κλάμμα που μόλις τέλειωσε. Πώς σε λένε; -Μάρα; -Μάρα, μάλιστα. Κι από που βγαίνει το Μάρα; -Με κοίταξε στα μάτια πολύ σοβαρά, σηκώθηκε απότομα είπε σαν να φταίω -Έλα ντε! Από το κουταμάρα! Μόλις είχε χωρίσει τον Τάσο, έναν τρίχα τύπο όλο πόζα και υφάκι ξινόμαγκα που υπόσχονταν πολλά και βγήκε τίποτας. Ιλλουστρασιόν αμπαλάζ σε τουλουμοτύρι. Πάει; Δεν πάει. Έβριζε την τύχη της, και πως τους διαλέγει, τι μοντέλο μαλακομαγνήτη έχει, και τι σκατά είναι αυτά πάλι, και να πα' να γαμηθούμε όλα τα αρσενικά, και πήγαμε πιο κάτω σε ένα άλλο και πίναμε κάτι σλάμμερ και μύριζε κάτι απίστευτο σαν ορχιδέες και τουλίπες με καυτερή  πιπεριά που νόμιζα ότι μπορώ να την δω τη μυρωδιά της και έπαιζε Absolute Begginers του Bowie και μετά της κράταγα το χέρι και χορεύανε τα χέρια μας μόνο και κάποια στιγμή γέλασε και δεν το περίμενα ποτέ αυτό και έτρεχε ξημερώματα ο ταξιτζής και βεβαιώθηκα ότι είναι ορχιδέες και τουλίπες με καυτερή πιπεριά πίσω της όταν ξεκλείδωνε και ήταν καλοκαίρι και λείπαν όλοι.
Κάπου χτύπησε ένα ξυπνητήρι και απελπίστηκα. Είμαι κότα λυράτη τελικά κακά τα ψέματα. Εγώ που θα έκανα το θεαματικό και θα ξεμπλέκαμε από τον Λεφτάψυχο θα έπαιρνα το κορίτσι μαύρος αντάρτης  καβαλάρης στο σκοτεινό άλογο στον ορίζοντα του ξημερώματος κόντρ λυμιέρ και αποθέωση και κάποιος να καίει τα στραντιβάριους στέκομαι με τα χέρια κάτω ανάμεσα σε κοπριές και κοκκινόχωμα ιδρωμένος σούπα παραλίγο λιπόθυμος λιγόψυχος και κάνω τράκα τσιγάρο απ' το κορίτσι. Εγωϊστή ψωνάρα μου απάντησα, σου έσπασε το πεισματάκι σου και έκανες βαβά; Δεν της αξίζεις ρε. Πήγαινε να κάνεις το γκόμενο σε καμία καφετέρια και ενημέρωσε την παρέα τουλάχιστον ότι υποβάλλεις την παραίτησή σου να έχεις κι ένα άλλοθι για να ρίξεις σάλτσες αργότερα. Είχα αντεπιχείρημα έτοιμο όταν από πάνω στη βεράντα άκουσα σύρσιμο σόλας και ανατρίχιασα. -Έφτιαξα καφέ. Νόμιζα έφυγες. Εκεί θα κάτσεις; Θα κάτσεις; Γύρισα να ξαναμπώ μέσα με το διάσημο γρήγορο βήμα μου. Ένα κλίκ είναι όλα. Ωραία η ενατένιση και οι τριπλές κόντρα σκέψεις, αλλά μοιάζει ώρες ώρες σαν τραγούδι που δεν σ' αρέσει πια αλλά δεν μπορείς να το προδώσεις. Ανέβηκα τις σκάλες της εισόδου, μπήκα στο χωλ την ώρα που κατέβαινε με τον καφέ. Έστριψε μπροστά μου και κοντοστάθηκε. -Βάλε λίγο μουσική. Χαμηλά, ξέρεις. Συνέχισε μέσα στο καθιστικό ακούμπησε το ποτήρι στο χαμηλό βαρύ τραπέζι και ανέβηκε με τα πόδια μαζεμένα στην τεράστια πολυθρόνα. Πάτησα το ράδιο. "You see I've been through the desert on a horse with no name / It felt good to be out of the rain / In the desert you can remember your name / 'Cause there ain't no one for to give you no pain / La, la ..." 
Όλα κολάνε άμα θέλουν να κολήσουν. Σημάδι ότι πας σωστά. 
Κι ας μην ξέρεις γιατί και που ακριβώς. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: