Σάββατο, Ιουλίου 30, 2011

3. Όλα Τα Όμορφα, Άλογα.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.
2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

Ήταν 6.30 και το ράδιο έλεγε ειδήσεις. Το έκλεισα φοβούμενος μη μας ακούσω κι εμάς εκεί. Το παλιό πικάπ είχε ένα δίσκο πάνω, ξεχασμένο ποιός ξέρει από πότε. Όλη μου την περιέργεια την έριξα εκεί για να μη σκοντάψει πάνω της. Σήκωσα το παλιό καπάκι που κόλαγε, πάτησα το παλιό φιλντισένιο κουμπί και έβαλα τη βελόνα πάνω. Το μπλέ κέντρο με τα μαύρα γράμματα άρχισε να γυρνάει. Ξέχασα πως διαβάζουν δίσκο που γυρνάει αλλά το Anita O'Day ήταν εμφανές μέχρι οι στροφές να γίνουν 78. Οι τρομπέτες έπαιξαν τη σύντομη εισαγωγή και άρχισε η παλιά κυρία - αν και λεπτή - να τραγουδάει.
...His wife then draped herself in black / That showed her figure fine / Then she cussed him out / The two-faced guy / No insurance could she find! / And her tears flowed like wine / Yes her tears flowed like wine.....
Η Μάρα γύρισε ήρεμα κοίταζε το πικαπ και τα μάτια της γέμισαν εικόνες.
-Αυτό άκουγε η μαμά μου στα τελευταία της. Αυτός ήταν πάντα πάνω. Φώναζε στο ταβάνι "ακούς Φίφη; Άκου. Για κάτι ζώα σαν εσένα λέει που ζούνε για άλλες! Με άλλες! Δε μιλάς. Δε μιλάς. Ακούς όμως..." Τέλειωνε ο δίσκος κι αυτή όλο μουρμούραγε "She's a busted Valentine - She's a busted Valentine..." Κατέβαζε το ουίσκι της, ξαναγέμιζε, άναβε το Rothmans της και το βαζε απ' την αρχή... Έτσι πήγε η μανούλα μου. Μαράθηκε σ' αυτή τη μπερζέρα με το ποτήρι στο χέρι και το πικαπ να γυρνάει. Μάλλον είσαι ο πρώτος που το ξανακούμπησε από τότε. Κι ακόμα αυτός, ακόμα πάνω. Ελπίζω να ακούει αυτή τη φορά.
Ο Ξενοφών Φωτιάδης ήταν μέσα σε όλα. Εργοστάσιο κλωστουφαντουργίας, εμπόριο χονδρικής, μετά κατασκευές και δημόσια έργα, μέτοχος σε εφημερίδες, ντόλτσε βίτα επί πληρωμή, μέσα σε όλες τις μπίζνες γενικώς, έχωνε λεφτά όπου νόμιζε ότι θα του κάνουν το χρυσό αυγό κι έπεφτε μέσα πάντα. Δεξιός του κερατά, στα ψηλά καπέλα ανάμεσα και στα φλας των πρωτοσέλιδων. Όλοι τον φοβόντουσαν, όλοι τον έγλυφαν και είχαν από κοντά το τραπέζι του γιατί έπεφτε πολύ ψίχουλο. Σκληρός, κακός με τους εργάτες και υπαλλήλους του, έπινε το μεδούλι απ' όπου μπορούσε. Μίλαγαν γι' αυτόν με τα κλασικά επίθετα. Σκατόψυχος, Κωλόγερος, Βρυκόλακας, αλλά αυτό που έμεινε ήταν το Ξιφίας. Με χρυσά γράμματα, στην πόρτα του γραφείου του δέσποζε το Ξ.Φ. Ξενοφών Φωτιάδης. Ξιφίας. Υπήρχε και το Φώντας και προέκυψε από το Φ.Φ., ο Φίφης. Ο Φίφης ο Ξιφίας. Το ξερε και του άρεσε γιατί βρίζεις ότι φοβάσαι και του άρεσε να επιβάλλει τον φόβο του. Ποιανού δικτάτορα δεν αρέσει; Γλύτωνε πάντα στο παρα τρίχα τις στραβές με πολύ μετρητό και υπόκοσμο. Η πιάτσα τον είχε βγάλει Λεφτάψυχο. Σχεδόν στα 70 του, πήρε χαμπάρι ότι το καράβι μπάζει νερά, τα πούλησε όλα, κάλυψε τα νώτα του με πολύ ρευστό και έμεινε να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια του σοφός πια με την περιουσία και την οικογένειά του στην έπαυλη της Κηφισιάς. Μόνο που η οικογένειά του δεν ήταν πια εκεί. Η γυναίκα του πρακτικά αυτοκτόνησε, και η μονάκριβη κόρη του χρησιμοποίησε το 38άρι σπέσιαλ του στο στήθος, στον ώμο και στο μάτι του εδώ και πέντε ώρες. 
-Σήκω τώρα της είπα. Πήγαινε κάνε ένα μπάνιο ντύσου κι έλα να πάμε βόλτα. Έχουμε δουλειά εδώ. Δεν είπε τίποτα μόνο κούνησε το κεφάλι της και ήταν πολύ ενθαρρυντικό που άκουσε που κατάλαβε και που συμφώνησε. Έφυγε προς τα μέσα και άνοιξα κι αυτή τη μπαλκονόπορτα. Είχε πια φως έξω και παρόλο που γύρω απ' το σπίτι δεν έχει κίνηση καλό είναι να προλάβουμε εκπλήξεις. Την άκουσα πίσω μου. Γύρισα και την είδα με το 38αρι να μου σημαδεύει την κοιλιά.
-Τι μαλακίες κάνεις τώρα; Και σκέφτηκα ότι αυτά δεν είναι τα ωραία τελευταία λόγια που είχα φανταστεί για πάρτη μου. -Πάρτο αυτό από δω δε θέλω να το βλέπω. Της το πήρα γύρισε κι έφυγε όσο αργά ήρθε.
Η απορία μου κοιτάζοντάς τον με το κοστούμι του ανάσκελα, ήταν τελικά πως βρέθηκε εκεί σε αυτή τη θέση. Η εικόνα του έτσι, είχε κάτι το τελετουργικό και αυτό με φρίκαρε περισσότερο από την τρύπα στο μάτι του. Ήξερα ότι όποιος του σηκώσει το κεφάλι, το μισό θα πέσει στο μαξιλάρι. Ο ήχος έξω από το Volkswagen είναι χαρακτηριστικός. Ο Τόλης γύρναγε αργά γύρω απ' το σπίτι προφανώς να κόψει κίνηση. Ή να καρφωθούμε εντελώς. Έτρεξα κάτω, πάτησα το παλιό κουμπί στο χωλ και οι αυτοματισμοί των '70s απέδειξαν την αξία τους. Αθάνατα πράματα. Οι δύο βαριές σιδερόπορτες άρχισαν να ανοίγουν ακανόνιστα. Περίμενα να τελειώσει τον κύκλο γύρω απ' το σπίτι ακούγοντας την κλούβα, κοιτώντας έξω από την πόρτα τα δέντρα και τον - ουσιαστικά - ιδιωτικό δρόμο. Φαντάστηκα από το βάθος του δρόμου να στρίβουν 4-5 παλιά περιπολικά με τις μπάντες, τους φάρους αναμένους, να φρενάρουν με τις πόρτες μπροστά στην είσοδο τους μπάτσους σκυμένους και έναν γερο-μπάτσο με ντουντούκα να μου κάνει τον πατερούλη -όλα τέλειωσαν ελάτε έξω παιδιά και μην ανησυχείτε ότι έγινε έγινε.  Τους μπάτσους τους πήρε παραμάζωμα η κλούβα του Τόλη μπαίνοντας με τον Κιού συνοδηγό να χαμογελάει. Τι χαμογελάει; Που έλιωσε τα περιπολικά και τον αρχιμπάτσο; Κι άλλο καφέ και να κάτσουμε να ηρεμήσουμε. Η άλλη που είναι; Τι χαμογελάει ο μαλάκας; Έδειξα δεξιά κι ο Τόλης έβαλε τη κλούβα στο πλάι του σπιτιού να μη φαίνεται. Ευτυχώς που είναι κι αυτός εδώ. Άνθρωπος, αν υποθέσουμε ότι έχει ζεστό αίμα μέσα του, απολύτου εμπιστοσύνης. Χρόνια στην παρέα από μικρά παιδιά και χρόνια σε απόσταση. Δεν ξέραμε πολλά πράγματα γι΄αυτόν. Μόνο ότι αυτά τα μάτια σαν κουμπότρυπες κάποιες στιγμές ζέσταιναν και αυτό το κεφάλι με τα σγουρά ακούρευτα μαλλιά έχει βρει πολλές φορές τοίχο. Ανέβηκαν τις μαρμάρινες σκάλες. Ο Τόλης κρατούσε την ερώτησή του μέχρι να έρθει κοντά μου. -Λέγε. Γυρίσαμε προς τα μέσα με το χέρι του Τόλη γύρω απ' το σβέρκο μου να μου κρατάει τον ώμο. Αυτός ο βήχας που κράταγα τόση ώρα βγήκε. Έσκυψα μπροστά σα να 'θελα να ξεράσω. Από δεξιά μου μ' έπιασε κι ο Κιού. -Μέσα. Είπε κοφτά ο Τόλης και με ρίξανε στον καναπέ μέχρι να μου φύγει ο βήχας. Είχε μείνει ο καφές μου εκεί και ήπια την τελευταία μεγάλη τζούρα. Ο Τόλης ήταν όρθιος με το τραπεζάκι ανάμεσά μας κι ο Κιού δίπλα μου ανήσυχος. Έκατσα πίσω κάνοντας ένα νεύμα ότι είμαι οκ. Κατάπινα το σάλιο μου μήπως μαλακώσει αυτό το κάψιμο στο λαιμό και στο στομάχι και παντού. Ο Κιού γεμάτος περιέργεια κοίταγε μια εμένα μία το σπίτι. Ο Τόλης έκλεισε τη μπαλκονόπορτα κι ακούμπησε με τον ώμο στην κάσα.
-Μη φάμε όλη μέρα.Ρίχτο.Χοντρό; τον κοίταξα σαν παιδί που έσπασε το βάζο.
Μάλιστα... Αποφάνθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Σκατά τα 'κανες ε;
-Για άλλο πήγαινα και άλλο έσκασε.
-Οκ. Άρα, για να είμαστε εδώ, ο Φίφης;
-Ναι.
-Ναι ε; Ποιός; Η μικρή;
-Ναι.
-Λογικό. Που;
-Πάνω.
-Περιμένουμε κόσμο;
-Μόνοι μας.
-Κυρά Μαρίες και τα ρέστα;
-Τους σούταρε πριν δυο-τρεις μέρες.
.....
-Μπλέξιμο.
-Μπλέξιμο.
-Εντάξει.
-Ρε Τόλη...
-Είπαμε εντάξει. Κάνα καφέ θα πιούμε;
-Ναι. Κι αρχίζουμε μετά.
-Έτσι.
Ο Κιού άναψε δύο τσιγάρα και μου 'δωσε το ένα. Κάθησε πίσω κοιτώντας μας.
-Δηλαδή... τώρα καλά κατάλαβα;
-Καλά κατάλαβες. Δε κάνεις μια παληκαριά να φέρεις κανένα καφέ;
-Ε... δεν ξέρω που να...
-Ψάξου.
Έφυγε μέσα κι ο Τόλης άραξε στην πολυθρόνα μπροστά, με τους αγκώνες στα γόνατα. Μου ριξε μία στο μπούτι να τσούζει.
-Α ρε Χέκτορ... Την καψούρα σου ζηλεύω. Τελικά, η ρομάντζα θα σε φάει. Και δε θα 'μαστε εκεί να σε μαζέψουμε. Δε βάζεις μυαλό. Έκατσε πίσω στην πολυθρόνα κοιτώντας πάνω, στο πουθενά.
Μη βάλεις ρε.  Μη βάλεις. Ας μείνει και κανένας όρθιος.
-Ρε....
-Άστο. Εμείς έχουμε τελειώσει από τώρα. Κι όλα τ' άλλα είναι λεπτομέρειες μικρέ. Άντε πλύνε τα μούτρα σου να στανιάρεις, έλα να πιούμε καφέ και να στρώσουμε τα ξέστρωτα.
-Καλά λες.
-Και 'που σαι... κλείσε και την αυλόπορτα. Δεν θα ξανανοίξει μέχρι να καθαρίσουμε.
Η Μάρα μπήκε απαλά μέσα γλυκειά, καθαρή και μυρωδάτη με δυο καφέδες.
-Σκέτο τον πίνεις εσύ θυμάμαι. Αφήνει τον καφέ στο τραπεζάκι και του ανακατεύει τα μαλλιά σαν κανίς. -Έλα αηδίες! Σκέτο. Άραξε να τ' ακούσεις κι εσύ τώρα. -Πολύ αργά του λέει απαλά. -Για δάκρυα Στέλλα, συμπληρώνει ο Τόλης ανακατεύοντας τον σκέτο του με το στραβό καλαμάκι.

Κοντοστάθηκα στο χωλ κοιτώντας την αυλόπορτα να κλείνει με εμάς μέσα. Πιο ζεστή σιωπή δεν θυμάμαι μέσα σε σπίτι. Αυτό είναι, σχεδόν, οικογένεια. Κι όπως κάθε οικογένεια, έχουμε κι εμείς ένα πτώμα κάπου.