Skip to main content

Rise and shine

Προηγούμενο

Ο ήχος απ’ τις κουρτίνες που τραβήχτηκαν απότομα ήταν σαν μαχαιριά στα μάτια. Με το φώς απ’ το μπαλκόνι πίσω της, είχε τα μαλλιά της λυτά, φόραγε ένα φανελάκι μαύρο κολλητό και ένα γυναικείο σλιπάκι μαύρο.
Το περίγραμμα της μικρής λεκάνης της και τα λεπτά της πόδια τονίζονταν από το κόντρα φως και το βλέμμα του Τρύφωνα βρήκε το καλύτερο σημείο για να συνηθίσει τον απογευματινό κίτρινο ήλιο.
«Αν σ’ αρέσει το βρακί μου τόσο, μπορώ να το βγάλω και να στο κάνω δώρο» είπε με προκλητικό νάζι στη φωνή της.
«Καφέ;» μουρμούρισε εκείνος ενώ προσπαθούσε να ανασηκωθεί στο τεράστιο - ζεστό ακόμα – μαξιλάρι.
«Μάλιστα αφέντη. Χωρίς καφέ θα σας αφήναμε; Κομοδίνο.»
Μια μυρωδιά από καφέ με άρωμα από καβουρδισμένο αμύγδαλο τον οδήγησε με ακρίβεια σε μια μεγάλη μαύρη κούπα. Θυμήθηκε το περιστατικό στην κουζίνα και κρατήθηκε να μην κάνει καμιά περίεργη σκέψη ή συνειρμό. Όχι πριν την πρώτη τζούρα καφέ.
«Γαλλικός; Αυτό είναι ζεστό νερό με κολώνια».
«Στην Γαλλία είσαι μωρό μου. Κι απ’ όσο ξέρω, μπορείς να κάνεις αυτή την κούπα να βγάλει ακριβώς ότι θες – και να σταματήσει και η γκρίνια σου έτσι.» Ανέβηκε με μια κίνηση στο κρεβάτι και βρέθηκε με σταυρωμένα τα πόδια δίπλα στα δικά του.
Ο καφές έγινε ξαφνικά ότι ακριβώς ήθελε και ένα Gitanes στο χέρι ήταν ότι πιο ωραίο για αυτό το αγουροξυπνημένο απόγευμα. Βολεύτηκε καθιστός και ανταπέδωσε ένα μειδίαμα σε αυτό το χαρούμενο πλατύ χαμόγελο.
«Πως σε λένε;»
«Αμαλία»
«Το –λία με έψιλον γιώτα;»
«Άμα…»
«Μάλλον στο έχουν κάνει πολλές φορές αυτό το αστειάκι».
«Ποτέ. Εγώ είχα σκεφτεί να μου έκανα αν με γνώριζα – γι’ αυτό είχα και την απάντηση».
«Περίεργο μυαλό είσαι».
«Εσύ το λες αυτό;»
«Για καλό το λέω – μ’ αρέσει»
«Το μυαλό μου;»
«Όλη μ’ αρέσεις».
«Δεν έχεις επιλογή σε αυτό. Ούτε εγώ όμως.»

Μακάρι να έμενε εκεί ώρες με την Αμαλία, όμως η σκέψη του Λου τον άγχωσε. Το κλειδί στην πόρτα ακόμα περισσότερο. Ο ίδιος ο Λου κι άλλο.

«Χα! Κι όμως ζει! Περίπου δηλαδή. Σαν τον Λάζαρο χωρίς το σάβανο είσαι. Έχεις μια ώρα καιρό. Μετά φεύγουμε.»
«Ε;»
«Το μπαρ του Κάρυ Γκράντ δεν υπάρχει πια. Τι νόμιζες; Εσένα θα περίμεναν; Όσο κοιμάσαι η τύχη σου κάνει βίζιτες. Κάνε τα beaute σου και πάμε. Κατσικάκι, θα…»
«Ναι» απάντησε η Αμαλία ενώ η πόρτα έκλεινε.
«Εσύ είσαι το κατσικάκι;»
«Δεν φαντάζεσαι πόσα είμαι – ακόμα κι εσύ, δεν φαντάζεσαι»
«Φαντάζομαι…»
«Μη»
«Ok»

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν βγήκε απ’ το μπάνιο, τυλιγμένος στο μαύρο-κόκκινο μπουρνούζι. Η Αμαλία μπρούμυτα στο κρεβάτι διάβαζε ένα βιβλίο που ήταν στο πάτωμα και κουνούσε τα πόδια της στον ρυθμό του «Aint it Strange» της Patti Smith.
Ήταν έτοιμος σε δέκα λεπτά και έπινε την τελευταία τζούρα καφέ όταν εμφανίστηκε ο Λου βιαστικός, και ενεργητικός όπως πάντα.
«Δεν διέκοψα τίποτα βρώμικο ε;»
Η Αμαλία σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε.
«Είναι νευρικός και αμήχανος ακόμα. Δεν ξέρει τι να με κάνει»
«Χα! Τι θα κάνω μ’ αυτό το παιδί; Έτοιμος; Φύγαμε.»
Ο Τρύφωνας ένιωσε ότ ι μιλούσαν σαν αυτός να ήταν απών.
«Ναι. Πάμε. Που; Η Αμαλία;».
«Η Αμαλία θα σε περιμένει εδώ. Λου, πρόσεχέ τον. Ακόμα λίγο.»

Στο ασανσέρ ο Λου τον κοίταξε:
«Δεν θα είμαστε καιρό ακόμα μαζί ξέρεις. Αλλά βλέπω ότι αντιμετωπίζεις την κατάσταση πολύ ήρεμα και μάλλον αυτό θα σου βγει σε καλό».
«Δεν ξέρω καν τι υποτίθεται πως πρέπει να βγει».
«Αυτό είναι η ζωή μικρέ, ξεφορτώσου το μυαλό σου, ενεργοποίησε τον Νου σου, και φτιάξε αυτό που θές να ζήσεις. Ο δρόμος δεν υπάρχει – φτιάχτον και περπάτα τον».
«Ουφ! Κάθε φορά μου το κάνεις αυτό και με βαραίνεις»
«Pas problem! Η θλίψη είναι προτιμότερη από το γέλιο, γιατί η καρδιά ευφραίνεται όταν το πρόσωπο είναι λυπημένο».
«Μπα; Τι είναι αυτό πάλι;»
«Εκκλησιαστής. Κεφάλαιο ζ’, εδάφιο 3. Ισόγειο – βγαίνουμε.»

Comments

Dawkinson said…
πώς γίνεται όταν εμφανίζεται ο Λου, να εξαφανίζονται όλοι, δε θα το καταλάβω...το έχω παρατηρήσει όμως και πρόκειται για σατανική σύμπτωση, που εξελίσσεται σε μοτίβο. σαν ταπετσαρία τών 60΄ς.
αλλά, αυτό που έχει ήδη γίνει, είναι και αυτό που πρόκειται να γίνει και αυτό που έχει συμβεί είναι ό,τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί. και δεν υπάρχει τίποτα πρωτόγνωρο υπό το φως του ήλιου.
- Εκκλησιαστής, 1:9.

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…

2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοιτώντας από την μέσα μεριά του τοίχου, η διάθεσή μου άλλαξε soundtrack. Πίσω ο Μπερτόδουλος, η Τερέζα και ο συνηθισμένος μίζερος κόσμος μου. Δίπλα μου ο Κιού. Στο όριο με τον άλλο κόσμο μπροστά, συγκεντρωμένος σε μένα και αυτό που θέλω και πιστεύω. Αυτό μάλλον λέγεται φιλία. Και αυτός, φίλος.
- Να κεράσω σπασμένο τζάμι; μια δόση αποτυχημένου χιούμορ μήπως σπάσει την απότομη σοβαρότητα. - Δοκίμασες; αρπάχτηκα μαζί του κι εγώ - Άνοστο. - Άστο τότε. - Άστο. Κοιτάζαμε κι οι δύο μέσα. Το στομάχι μου έκανε κοιλιακούς μόνο του. Ένιωσα ότι είχα ιδρώσει και όσο περισσότερο το τραινάρω τόσο πιθανότερο να γυρίσω τρέχοντας με τα αυτιά κάτω στο σπίτι της χοντρής.
Στον πάνω όροφο, από την μπαλκονόπορτα φαινόταν το άρρωστο φως ενός πορτατίφ. Προφανώς το φως σήμα ότι κάποιος είναι σπίτι και υπάρχει κίνηση. Κάτω απ΄ το μπαλκόνι, η ξύλινη κατασκευή με τα βαρέλια. Το υπαίθριο κελάρι του σκατόψυχου. Από εκεί ανεβαίνει στο μπαλκόνι και γριά με βγαλμένο γοφό. Από κάτω …