Τετάρτη, Νοεμβρίου 28, 2007

Λου

1. Πρόσεχε τί εύχεσαι

2. Είμαι Έτοιμη

«Το χάραμα, παρά τα όσα πιστεύει ο κόσμος, είναι η ώρα που μ’ άρεσε πάντοτε περισσότερο. Παρεμπιπτόντως, για να ξέρεις και πώς να με λες, τώρα πια με λένε Λού. Αστειάκι. Κατάλαβες… Τέλος πάντων…».
Κλώτσησε ένα κουτάκι pepsi, αυτό πήρε λίγο ύψος και έπεσε μέσα σε ένα καλάθι απορριμμάτων . Γύρισε και κοίταξε τον Τρύφωνα.
«Δεν το έκανα εγώ. Τυχαία το βαλες».

«Δεν το πιάνεις έτσι; Ακόμα μου μιλάς για τύχη. Θα μάθεις, που θα πάει… ελπίζω όχι με τον δύσκολο τρόπο.»

Το κεφάλι του Τρύφωνα ήταν σαν Zeppelin που χάνει ήλιο και καίγεται πέφτοντας προς κατοικημένη περιοχή. Στο στομάχι του ένιωθε ότι κάποιοι κάνουν άσκοπες βόλτες με μεγάλα τρακτέρ, με πολύστροφα μίξερ και ανοιχτές τηλεοράσεις με παράσιτα.

«Λου ε;»

«Λου.»

«Λου, που θα βρούμε καφέ;»

«Κατά κει πάμε, εδώ παρακάτω έχει ένα. Δίπλα στην παραλία, να σε χτυπήσει κι ο αέρας».

«Έχει το Παρίσι παραλία;»

«Εδώ Μασσαλία – Εδώ Μασσαλία. Όβερ! Μη μου χάνεσαι».

«Χμ… Πότε;»

«Χτες – μετά το μπαρ».

«Καλά».

Κάτω από την πλατεία Charles De Gaulle με το τεράστιο carousel, στο πεζοδρόμιο δίπλα στην θάλασσα, είχε ένα μικρό ξύλινο, λευκό κιόσκι με 2 παγκάκια στο πλάι και μέσα έναν Αλγερινό που έστριβε ένα τσιγάρο.

Μόλις είδε τον Λου, παράτησε το τσιγάρο και γούρλωσε τα μάτια. Έμεινε παγωμένος λες και περίμενε από κάπου να φάει ένα χαστούκι. Ο Λου πλησίασε και του χαμογέλασε. Του είπε κάτι σε μια ακατανόητη γλώσσα και εκείνος χαλάρωσε και άρχισε τις ετοιμασίες.

«Τι καφέ;»

«Οτιδήποτε»

«Έναν δικό μου κι έναν οτιδήποτε».

Καθισμένοι στο κρύο παγκάκι με τους μάλλινους γιακάδες των παλτών τους να τρίβουν τα αυτιά και τον καφέ να μοιάζει απαραίτητος στο στόμα στο αίμα και στα χέρια, ο Λου με απλωμένα πόδια πάνω στο κάγκελο μπροστά τους απολάμβανε το ξημέρωμα.

«Μην πετάξεις το τσιγάρο μέσα, θα σε στείλω στο πυρ το εξώτερον!».

«Βλέπω δεν χάνεις το χιούμορ σου».

«Τι να κάνεις; Η πτώση θέλει καλοπέραση».

Ένα καΐκι πήγαινε αργά προς τη μπούκα του λιμανιού.
«Κάποτε, εδώ κοντά, είκοσι τέσσερις Μοίρες βαριόντουσαν και βύθισαν ένα πλοίο. Αφήσαν τον αργαλειό και το βελονάκι κι έκαναν μια βόλτα στην παραλία για παγωτό φυστίκι. Το αγαπημένο τους. Μπροστά από το παγκάκι που καθόντουσαν, σαν κι εμάς τώρα, πέρασε ένα κρουαζιερόπλοιο. Κάποια, τρώγοντας το παγωτό της, ξεκίνησε πρώτη να το σπρώχνει, να το κουνάει και μετά ακολούθησαν κι οι άλλες. Πολύ πλάκα. Το ότι το όριο κλίσης ήταν 24 μοίρες, ήταν μάλλον… «μοιραίο». Το κύμα ξέβρασε δικηγόρους, οικονομολόγους και λίγους δημοσιογράφους με τις κυρίες τους. Κάποιοι μιλούσαν για τραγωδία, κάποιοι άλλοι για περιβαλλοντική καταστροφή. Η γνωστή ιλαρότης του περιθωρίου. Τι να πεις;».

«Τρεις δεν ήταν οι Μοίρες;»

«Οι Μοίρες είναι όσοι κι εμείς, δηλαδή εσείς. Μάλλον όσοι και αυτοί.
Τώρα πια ούτε εσύ είσαι αυτός που νόμιζες πως ήσουν.».

«Νόμιζα;»

«Κοίτα. Εγώ δεν έχω κόκκινα και μπλε χαπάκια σαν τον Μορφέα και εσύ αν μου το παίζεις Νίο θα είσαι τίποτα άλλο από ένας ακόμα καραγκιόζης. Δεν έχεις και όλο τον χρόνο για πάρτη σου ξέρεις και θα πρέπει να ακολουθήσεις μόνος σου το white rabbit. Γκε γκε; Και ένα θα σου πω: Άσε την συλλογιστική και μπες στην πράξη.»

«Τι πρέπει να γίνει δηλαδή;»

«Ε, τι να γίνει; Ότι πρέπει. Δεν μπορώ να πω περισσότερα – θα πέσει φωτιά να με κάψει.»

«Θα σε στείλει στο πυρ το εξώτερον;»

Ο Λου γύρισε και τον κοίταξε χωρίς να φοράει το σύνηθες χιούμορ του.
«Χέστηκα. Εσύ είσαι αυτός που θα πάει στο πυρ το εσώτερον γι’ αυτό ασχολήσου με την πάρτη σου κι άσε με εμένα».

Τα κορδόνια των παπουτσιών του σφίχτηκαν μόνα τους.

«Και φρόντισε να μην είσαι τόσο μπλαζέ. Πρέπει να τα έχεις καλά με πολλούς».

«Δεν με νοιάζουν οι δημόσιες σχέσεις».

«Όλοι οι ήρωες χρειάζονται καλές δημόσιες σχέσεις αλλιώς γίνονται πάλι κλοσάρ».

«Ήρωες; Και ποιος θέλει να γίνει ήρωας νομίζεις; Εγώ πάντως όχι. Βρες άλλον».

«Μα δεν είναι στο χέρι σου όπως βλέπεις. Εν πάσει περιπτώσει, μάλλον χρειάζεσαι λίγο ύπνο. Έλα σε μένα για ύπνο».

«Που μένεις; Στον πυρήνα της Γης;».

«Χαριτωμένο, αλλά συνήθως τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά από όσο συνηθίζει να τα τρέχει το μυαλουδάκι σου. Έχω μια αλυσίδα ξενοδοχείων. Ένα από αυτά είναι πίσω σου.»

Ο Τρύφωνας γύρισε το κεφάλι και είδε ένα οκταόροφο υπερπολυτελές ξενοδοχείο να λάμπει λευκό στον πρωινό ήλιο.

«Heaven Hotel; Καλό».

«Μα σου είπα. Μόνο το χιούμορ μου έχει μείνει απέναντί του. Και ξέρεις κάτι; Μου φτάνει. Τσάμπα έκανα όλα τα υπόλοιπα.».

«Η αλήθεια είναι πως κάπως αλλιώς σε φανταζόμουν. Αλλά μάλλον προτιμώ εσένα με ξενοδοχείο κι εμένα καλεσμένο. Πρέπει να υπογράψω τίποτα με αίμα;».

«Μόνο στο Χόλυγουντ. Εδώ είσαι απλώς καλεσμένος μου. Θα μείνεις στην σουίτα μου. Είναι λίγο ακατάστατα αλλά θα βολευτείς».

«Εντάξει. Ξενοδοχείο είναι. Πόσο ακατάστατα μπορεί να είναι;».

«Χμ. Πολύ. Έχεις μυρίσει διαόλου κάλτσα; Δεν θες».

«Δεν θέλω. Πάμε;».

«Έλα να βολτάρουμε λίγο, να τελειώσουμε τον καφέ».

Σηκώθηκαν και αργά άρχισαν να περπατάνε κατά μήκος της προκυμαίας. Ο Λου χαίδευε το κάγκελο και ο Τρύφωνας κοιτούσε κάτω. Ο ήλιος άρχιζε να τον ενοχλεί στα μάτια. Τα μαύρα rayban εμφανίστηκαν αυτομάτως.

«Σου πάνε», είπε ο Λού. «Το απόγευμα θα σε πάω βόλτα. Θα έρθει να σε ξυπνήσει η χθεσινή τύπισσα από το μπαρ».

«Ελπίζω να μη μου κάνει τίποτα μυστήριο γιατί φαίνεται ζόρικη. Σκληρή γκόμενα».

«Σκληρή; Μα τότε είναι εύκολη. Η μαλακότητα στην Γυναίκα είναι η δύναμή της. Η σκληρή γυναίκα είναι εκτός των άλλων και βαρετή. Δεν είναι καν ποθητή. Κι όσο προσπαθεί να γίνει, τόσο γελοία φαίνεται. Αλλά είναι λίγες αυτές πια που δεν αυτοευνουχίζουν την προίκα τους.

Ποιά θα μπορούσε να ρίξει πια τον Αδάμ; Καμία. Εκτός αν ο Αδάμ είναι το αντίστοιχό της. Που υπάρχει πληθώρα βέβαια. Και κάπως έτσι, η τραγωδία αναπαράγει τον εαυτό της. Δυστυχώς η τραγωδία όταν εξελίσσεται γίνεται Καταστροφή. Ή Κωμωδία.».

«Και φιλόσοφος;».

«Διάολε όχι! Αν χρειάζεσαι την φιλοσοφία σε αυτά τα απλά πράγματα, τότε βράστα.»

«Ε, πως; Δεν είναι εύκολο πράγμα να ζεις. Εξάλλου, μας έχουν επιβληθεί ένα σωρό στερεότυπα. Η φιλοσοφία, πρακτικά σε βοηθάει. Σε απεγκλωβίζει κάπως. Έστω και πρόσκαιρα, σαν απάντηση σε ένα αίτημα ισορροπίας.».

«Ναι καλά. Σου έχουν επιβάλλει ήδη κάτι πολύ χειρότερο. Τον Ρυθμό.
Ο ρυθμός πρόσληψης της Ζωής ΣΟΥ. Δεν γεύεσαι το παρόν. Την κάθε λέξη που εκστομίζεις. Το κάθε βλέμμα σου. Έχεις φυλακίσει το Νου σου μόνος σου και αρκείσαι σε λειτουργίες που τις λες «μυαλό».
Ζεις την περιγραφή ενός υποτίθεται "εγγύου" κοντινού μέλλοντος. Δεν ζεις την ζωή σου, αλλά μόνο την περιγραφή της. Την προβολή της.
Η ταχύτητα της Σκέψης του Νου σου, σου έχει επιβληθεί.
Αυτό είναι η παρά φύσιν αμαρτία του καθενός προς τον εαυτό του.
Η αποδόμηση και χαοτική πρόσληψη του εσωτερικού Χρόνου».

«Λου με μπέρδεψες. Νυστάζω και είμαι πτώμα. Μη μου ανοίγεις τέτοιες συζητήσεις».

«Εσύ άρχισες πρώτος».

«Ναι, εγώ άρχισα».

«Και γι’ αυτό πρέπει να τελειώνεις ότι αρχίζεις».

«Υπονοούμενο είναι αυτό;».

«Ναι.»

1 σχόλιο:

Dawkinson είπε...

Γίνεσαι σατανικός, όταν γράφεις έτσι, το ξέρεις, ε;