Skip to main content

"Είμαι έτοιμη"

στο προηγούμενο επεισόδιο...

Τα πράγματα είχαν αρχίσει πια να ορίζουν την έννοια του παραλόγου. Τίποτα πια δεν ήταν αδύνατον. Ο Τρύφωνας ακουμπισμένος στο κάγκελο του τρίτου ορόφου του πύργου του Άιφελ απολάμβανε ένα Gitanes International χαζεύοντας το φως να φεύγει πάνω από το Παρίσι. Ένιωθε σαν να βρίσκεται μέσα σε κάποια B Movie κάποιου σαλταρισμένου σκηνοθέτη. Μόνο που ο σκηνοθέτης ήταν αυτός τώρα. Σε πραγματικό χρόνο και χωρίς δεύτερη λήψη.

Αναρωτήθηκε πόσα θα μπορούσε, μέχρι που φτάνει όλη αυτή η «δυνατότητα». Δεν ήξερε καν πώς να το ονοματίσει όλο αυτό. Άραγε αν σκεφτόταν ότι θα ήθελε να κάνει κάτι που δεν μπορούσε βάσει «δυνατότητας» θα αποκτούσε αυτή την έξτρα «δυνατότητα»; Δεν μπορεί να πετάξει, ας πούμε. Αλλά αν σκεφτόταν πως πετάει, μήπως μπορούσε; Αισθάνθηκε γελοίος στην σκέψη αυτή και θυμήθηκε την εικόνα του μικρός, μαζί με άλλα χαζά, να κάνουν τον Superman με την πετσέτα δεμένη στον λαιμό. Χαμογέλασε με την μελαγχολική αυτή ανάμνηση και τράβηξε μια μεγάλη τζούρα γυρνώντας προς τις σκάλες. Οι μπάτσοι ήταν υπερβολικά μεγαλόσωμοι αλλά αρκετά κοντοί. Επιπλέον, έδειχναν σκληροί αλλά και φοβισμένοι.

Ton papiers sil vous plait” είπε αδικαιολόγητα μεγαλόφωνα ο ένας.
Αυτόματα έβαλε το χέρι στην μέσα τσέπη του μπουφάν, ψάχνοντας το πορτοφόλι. Τότε είδε τα παπούτσια του να κρέμονται. Περίπου δέκα πόντους πάνω από το έδαφος.
«Πάλι τα ίδια…» και ακούμπησε κάτω σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
«Ζε μ’ απέλ Τρυφωνάς» είπε με προφορά τσοπάνη που τραγουδάει το Casta Diva. Ο ένας μπάτσος τον κοίταζε με άδεια μάτια. Δυο νεαρότεροι έσκυψαν με σφιγμένα χείλη να κρύψουν κάποιο χάχανο. Ένας γύρισε την πλάτη, αλλά αυτή τραντάζονταν από ένα βουβό γέλιο. «Είναι χάλια η προφορά μου τελικά, δίκιο έχουν».
Ο ένας μπάτσος δεν κρατήθηκε όταν συνάντησε το βλέμμα του τον δίπλα και οι δύο έσκασαν στα γέλια επαναλαμβάνοντας Tryfonas!”.
Ο αρχιμπάτσος του έδωσε πίσω το διαβατήριο με ένα ελαφρύ χαμόγελο λέγοντας “merci beaucoup monsieur


Είχαν ήδη περάσει 2 μήνες και κάτι μετά από την μεταφορά από την Ερμιόνη αυτού που έμοιαζε η συμπυκνωμένη του απελευθέρωση ή η συμπυκνωμένη του φυλακή. Ήταν το χρονικό σημείο που η ζωή του έγινε απλώς άλλη. Η δουλειά δεν είχε ποτέ κανένα ουσιαστικό νόημα για κείνον και απλώς του έκλεβε χρόνο από άλλα πράγματα, πολύ πιο ουσιαστικά, όπως έναν περίπατο χωρίς κανέναν προορισμό και κανένα απολύτως νόημα στο κέντρο της πόλης. Τις πρώτες μέρες διασκέδαζε με το να εμφανίζει μέσα στο πορτοφόλι του όσα λεφτά χρειάζονταν και να αγοράζει ότι έβλεπε στις βιτρίνες.
Δεν θα πίστευε ποτέ ότι θα το βαριόταν μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα.
Το αποκορύφωμα του καταναλωτικού ξεσπάσματος ήταν όταν συνάντησε έναν μπαμπά με 3 παιδιά γύρω του και του φόρεσε στο χέρι ένα Vacheron Constantin σχεδόν αμύθητης αξίας, ρίχνοντας στην τσέπη του τέσσερα διαμάντια σε μέγεθος καρυδιού. Έκτοτε δεν ασχολήθηκε με τέτοια πράγματα.
Εξάλλου, η ίδια η πραγματικότητα τον ξεπερνούσε. Ταυτίστηκε με κλασσικούς ρόλους όπως του μάγου, του καλού ήρωα που θα σώσει την πόλη και το κορίτσι, του υπερφυσικού ντεσπεράντο, μέχρι που πάτησε φρένο και αποφάσισε να πάρει λίγο χρόνο για να απλωθούν και να κατανοηθούν οι καινούργιοι κανόνες αυτού του παιχνιδιού.
Ο πρώτος κίνδυνος ήταν το ίδιο του το μυαλό. Είχε δίκιο όταν ανέφερε πως ο εχθρός μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή του.

Για τον Τρύφωνα, το Παρίσι ήταν το ιδανικό μέρος για να μπορέσει να βρει τις ισορροπίες που έψαχνε. Η στιγμιαία μεταφορά του εκεί, ή μάλλον τηλεμεταφορά του, ήταν ακόμη ένα όριο που κατερρίφθη. Τρόμαξε όταν σκέφτηκε πως ίσως θα μπορούσε να κάνει κακό στον εαυτό του με μια απλή σκέψη και μετά αποφάσισε πως μόνο αν σταματήσει να προσπαθεί να κατανοήσει μηχανιστικά την κατάσταση, ίσως μπορεί να την ελέγξει. Σκέφτηκε την Ερμιόνη πριν από χρόνια και την φήμη της μισότρελης που την συνόδευε και χαμογέλασε ενώ κοίταξε προς τα πάνω τον Πύργο από την ανατολική βάση του.
Έχωσε τα χέρια του πιο μέσα στο παλτό του, έσφιξε τον μεταλλικό αναπτήρα που είχε στην τσέπη και άνοιξε λίγο το βήμα του μέσα στο κρύο.
Αυτή η απογευματινή μουντάδα μαζί με το κρύο που ένιωθε στο πρόσωπό του τον έβγαλε από όλες τις λαβυρινθοσκέψεις και άφησε μια μεγάλη εκπνοή. Το να είσαι μόνος στον δρόμο τις ώρες που αρχίζει να νυχτώνει είναι εκπληκτικό συναίσθημα. Είσαι ελεύθερος δημοσίως. Την ώρα που ακόμα δεν έχουν ανάψει οι λάμπες στους δρόμους αν και θα ‘πρεπε.
Νιώθεις μια «αβέβαιη σιγουριά» πως δεν σε κοιτάει κανείς και μπορείς να περπατήσεις όπως θέλεις, να σιγοτραγουδήσεις έναν σκοπό ή να ψιθυρίσεις ένα αγαπημένο κείμενο. Να δείξεις ένα μυστικό σου δημοσίως σε κανέναν.
Σαν να χορεύεις σε ένα κλειστό θέατρο, ενώ η σκοτεινή πλατεία από κάτω είναι άδεια· μάλλον. Ένα φλερτ με κάποιον που δεν ξέρεις αν υπάρχει. Μπορεί και να υπάρχει όμως. Κάπου. Και γι αυτό δεν άφησε τις σκέψεις του να φτιάξουν οτιδήποτε. Δεν ήταν ώρα για κάτι τέτοιο.

Έστριψε αριστερά σε ένα στενό· δεν είχε ξανάπαει από εκεί αλλά σίγουρα θα έκοβε δρόμο προς το μετρό. Το κόκκινο φως του νέον στην ταμπέλα που μόλις άναψε του πόνεσε τα μάτια και του κίνησε την περιέργεια. Ήταν σε ένα μαύρο πλαίσιο επάνω από μια φυμέ τζαμαρία που δύσκολα διέκρινες μέσα το μπαρ. «RED RUM».
Κολάδικο, σκέφτηκε, με ιδιοκτήτη προφανώς θαυμαστή του Κιούμπρικ.
Η πόρτα στα δεξιά άνοιξε, και βγήκε μια γυναίκα μελαχροινή, ντυμένη με κοντή φούστα, στράπλες και κοντό δερμάτινο μπουφάν, όλα μαύρα, τινάζοντας βιαστικά μια σκούπα στο πεζοδρόμιο. Μόλις τον είδε, χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε συγνώμη. Το κοντράστ με το άσπρο δέρμα της και τα μαύρα μάτια ήταν κλασική αξία. «Δεν πειράζει», είπε, ενώ σιγουρεύτηκε ότι αυτό που έπαιζε από μέσα ήταν Miles Davis. Έριξε μια ματιά μέσα και είδε την μεγάλη μπάρα και την τεράστια κάβα από πίσω.
Δεν θα ήταν καθόλου άσχημα ένα ποτό τώρα, με τέτοια μουσική και σερβιρισμένο από την γυναίκα αυτήν. Ρώτησε διστακτικά αν είναι ανοιχτά τέτοια ώρα. «Ναι», απάντησε κοιτάζοντάς τον κατάματα.
«Είμαι έτοιμη».
Αυτή η απάντηση και η βραχνάδα στην φωνή της, ερχόταν να συμπληρώσει την εκπληκτική εικόνα της.

Τρία ποτά, και έντεκα τσιγάρα αργότερα, είχε καταφέρει να ξεκολλάει λίγο τα μάτια του από πάνω της. Ήταν εκπληκτική. Αφύσικα τέλεια.
Το Gitanes International που έσβησε ήταν το τελευταίο του και βαριεστημένα σκέφτηκε έντονα το επόμενο πακέτο που είχε στην τσέπη του παλτού. Δεν είχε. Αλλά το έβγαλε και ξεδίπλωσε την ζελατίνα. «Ο διάολος ο ίδιος να κατέβει, εγώ από τσιγάρα δεν μένω!», ήταν το φτηνό χιούμορ που αντήλλαξε με τον εαυτό του. Το σκαμπώ αριστερά του ξαφνικά, έτριξε στα όριά του και γέμισε με έναν τεράστιο τύπο και τον βήχα του, προίκα από τα τέσσερα πακέτα Gitanes σκέτα που άφησε στην μπάρα, μαζί με κλειδιά ενός Peugeot και την μάλλινη τραγιάσκα του. «Αν αυτός δεν είναι ταρίφας από τη νότια Γαλλία, εγώ είμαι ο διάολος ο ίδιος» σκέφτηκε.
Ένα βραχνό «pardon» ήρθε να δικαιολογήσει τα συνεχή σκουντήματα στην προσπάθειά του να βολευτεί, ενώ το «συνηθισμένο» του ποτό σερβιρίστηκε από το υπέροχο λευκό χέρι χωρίς αυτός να το ζητήσει. Το χέρι αποσύρθηκε αργά και ακολουθώντας το, συνάντησε το βλέμμα της ξανά, που από ώρα ήταν εκεί και περίμενε.
Ο αέρας στιγμιαία πύκνωσε και ο Χρόνος έκανε ανορθόδοξες ορθοπεταλιές σε κόκκινες τσουλήθρες. Η μουσική ξανάρθε με fade in στα αυτιά του και επέστρεψε σε ενεστώτα, ενώ εκείνη απομακρυνόταν. «Αυτή γυναίκα είναι σίγουρα ο Σατανάς και χαίρομαι τόσο που τον συνάντησα!» ενώ κάθε άλλη σκέψη απλά ήταν θραύσμα. Η αίσθηση που είχε ήταν σαν χαλάζι σκέψεων, εικόνων και αισθημάτων εναλλασσόμενων και αντιφατικών. Είναι η στιγμή που σπας και ξαναρίχνεις μέσα στο κεφάλι σου, γιατί απλά σε προδίδει η εμπειρία και το λεξιλόγιό σου και συνήθως αν μιλήσεις, λες μια μνημειώδη βλακεία. Για τέτοιες περιπτώσεις δημιουργήθηκαν τα επιφωνήματα.

«Χα! Δεν το είχα σκεφτεί! Τώρα που το λες, ίσως και να έχεις δίκιο. Σωστά!. Θα μπορούσε».

Η φωνή δεξιά του μίλαγε σε κείνον. Με μια ωραία ζωντάνια και μια ωραία βραχνάδα. Γύρισε για να δει τα μεγάλα μαύρα μάτια ενός σαρανταπεντάρη, με λίγο γαμψή μύτη, ανοιχτό, φιλικό αλλά και διαπεραστικό και επίμονο βλέμμα, και ένα μειδίαμα που έμοιαζε μόνιμο.

«Άλλωστε το έχει αποδείξει». Είπε κοιτώντας τον με τα φρύδια ψηλά σαν να μοιράζεται ένα κοινό αστείο.

«Α! Έλληνας;»

«Πολίτης του Κόσμου. Σαν και σένα λίγο, όχι;»

«Με συγχωρείτε, αλλά δεν κατάλαβα τι είπατε πριν».

«Σου μοιάζει μέρος για να αρχίσουμε τους πληθυντικούς και τις επισημότητες; Έλα! Στην υγειά σου!» ο ήχος από τα ποτήρια που χτυπάνε του φάνηκε υπερβολικά οξύς. Ή έτυχε, ή είμαι στα όρια του αλκοόλ, του πέρασε η άνευ σημασίας σκέψη.
Τον κοίταζε που έπινε μια μεγάλη γουλιά από το λευκό ποτό του. Πιθανότατα βότκα.
Ωραίος τύπος. Κοινωνικός, σπιρτόζος, με νεύρο αλλά και ενδιαφέρον.
Άπλωσε το χέρι του αυτόματα:

«Τρύφωνας» περιμένοντας μια αντίδραση μεταξύ γέλιου, ειρωνείας, πειράγματος… ήταν θεσμός πια τέτοιες αντιδράσεις στο άκουσμα του όνοματός του. Όχι αυτή την φορά όμως.
Ο τύπος ακούμπησε το ποτήρι του, δίνοντας μια αίσθηση ότι ξέρει πολύ καλά τον χώρο, πόσα τσιγάρα καίγονται στα τασάκια και που, ποιος είναι ο καθένας εκεί μέσα, περιλαμβανομένου και του ίδιου, τα πάντα.

«Δεν θα μπορούσε όντως να είναι η κόρη του Διαβόλου;».

«Ναι!. Δηλαδή … απλώς σκεφτόμουν, ξέρεις. Τρόπος του λέγειν…».
του άρπαξε το μετέωρο χέρι σε μια γερή χειραψία,

«Θα μπορούσε – πίστεψέ με».

«Για να το λες…»

«…Κάτι θα ξέρω», με το μόνιμο χαμόγελο και τα μεγάλα μάτια να έχουν όλο και περισσότερο ενδιαφέρον.
Τέλειωσε το ποτό του με μια μεγάλη κίνηση. Γύρισε ξανά επάνω του.

«Ο κόσμος αυτός είναι θάλασσα. Κι εσύ είσαι καράβι.
Όμως!.
Ότι καράβι και να είσαι.
Τη θάλασσα, κύμα - κύμα θα την περάσεις.
Κύμα - Κύμα.
Παρεμπιπτόντως, ομολογώ ότι με ξάφνιασες απόψε. Δεν περίμενα να είμαι ευπρόσδεκτος τόσο εύκολα».

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Πρώτον, δεν είχε ξανασυμβεί οι σκέψεις του να γνωστοποιούνται στους τριγύρω.
Δεύτερον, μάλλον ο τύπος παραληρεί τελικά και απλώς είναι λιώμα.
Τρίτον πως σκατά γίνεται να συναντάς Έλληνες παντού;

«Πολίτης του Κόσμου είπα! Δεν είπα Έλληνας! Μη μου μπερδεύεσαι!»

«Για κάτσε λίγο. Τι γίνεται τώρα; Ποιος είσαι; Κάτσε γιατί με παλαβώνεις τώρα και δεν κάνει. Δεν πρέπει.».

«Ηρέμησε. Σου είπα. Σε πιάνει το αλκοόλ τελικά ε; Είμαι ο πατέρας της κοπέλας. Και σε παρακαλώ να λείπουν τα σχόλια.».

«Ε;»

«Τρύφωνα αγόρι μου, είσαι τόσον καιρό μεταξύ τόσων Κόσμων. Τόσο καιρό παίζεις σαν παιδάκι αντί να κάνεις αυτό που πρέπει. Η κωλόγρια σου έδωσε το εισιτήριο για το ματς κι εσύ ψάχνεις ακόμα το γήπεδο. Τι σε εκπλήσσει; Σου φαίνεται αδιανόητο; Τόσο αδιανόητο σαν να σου έλεγα πως έκλεισες μια γκόμενα για πάντα μέσα σε ένα μανώ για τα νύχια μήπως;»

«Τώρα σοβαρά μιλάμε; Ποιος είσαι;»

«Σου είπα – μη μου δουλεύεις ρελαντί. Ο κολλητός του Μεγάλου. Θες να τον λέμε Θεό; Ok! Εγώ τον λέω θείο. Διττό νόημα. Πλακίτσα. Εγώ εννοώ άλλο, αλλά περνάει. Τι να μου πεί ο γραφειοκράτης; Πουτάνα γλώσσα!»

«Τι λες;»

«Ξέρεις πολύ καλά τι λέω και γουστάρεις κατά βάθος. Αλλιώς θα σκεφτόσουν πολύ δυνατά να φύγει όλο αυτό ακαριαία και να γυρίσεις στην ζωούλα σου. Αλλά σε τρώει. Δεν μπορείς να αντισταθείς. Κανείς θνητός δεν μπόρεσε. Και να σου πω κάτι; Καλά έκανε. Άσχετα που όλοι το γαμήσανε και ψόφησε. Και τώρα, είμαστε εδώ, εσύ κι εγώ. Και μιλάω … με τον Τρύφωνα! Υπέροχο! Αν εσύ τα καταφέρεις, σου συνιστώ να γράψεις κανένα Ευαγγέλιο. Το Κατά Τρύφωνος Ευαγγέλιο. Τρελή μπίζνα. Άκου που σου λέω. Μαγαζί τρίφατσο. Και κάνεις και την ψωνάρα σου. Βλέπω ότι δεν πίνεις όμως. Δεν είσαι κακή παρέα. Γιατί; Ντροπή. Παλιόπαιδο.»

«Εντάξει. Έστω – που λένε. Και τι θες εδώ;»

«I live here μικρέ!. Τι νόμιζες; Πάνε οι παλιές δόξες. Χέστα. “Και διηγώντας τα να κλαις”. Εδώ την βγάζω, με τον χοντρό δίπλα σου, και κάτι άλλα βλαμμένα, περιμένοντας να περάσει η αιωνιότητα. Ο θείος μας μάντρωσε, και κάνει τα δικά του. Ο πρώτος ασθενής του Αλτσχάιμερ μας κάνει κουμάντο. Κατάλαβες τι πάθαμε;»

«Έχεις κι εσύ το δράμα σου.»

«Έτσι σε θέλω. Να μη μου ψαρώνεις. Γιατί αν τα καταφέρεις τελικά, μπορεί να μη με συμφέρει, αλλά δε συμφέρει και τον θείο. Κοίτα. Από τότε που αποφάσισε να γίνει αυτό που αποφασίσατε ότι είναι, τέλειωσε. Εκεί έπαιξα καλή μπάλα κι εγώ βέβαια αλλά τα περισσότερα τα έκανε μόνος του. Την δεύτερη φορά που ήρθε, στο σκαμπώ που κάθεται ο χοντρός καθόταν.
Ξέρεις, με σάρκα και οστά και διπλή φύση, και ανθρώπινα πάθη και μαλακίες. Μιζέρια του κερατά. Του βάζει η δικιά μου και μια βότκα σπέσιαλ, μετά κι άλλη, έχωνε και κάτι μουσικάρες στο καπάκι και ήρθε και μέλωσε ο θείος. Ξημερώματα το ‘φτασε. Πάει λοιπόν η δικιά μου, για δυνατό παιχνίδι. Σου λέει, που θα τον ξαναπετύχω; Και ήταν όπως απόψε το παλιοκόριτσο. Πήγε μπροστά του, αλλά πίσω από τη μπάρα έτσι; Κυρία!. Άνοιξε το μπουφάν της, κατέβασε το μικρό μαύρο μπλουζάκι της, τα έπιασε στα χέρια της και του τα παρέδωσε στα μάτια του.
Το δικό της ηλιακό σύστημα. Τα μάτια του θεού κοιτούσαν τον θεό.».

«Και;»

«Του φύγανε στο φτερό. Τέλειωσε μέσα σε όλα τα ποτήρια του μπαρ. Αυτό ήταν και το τελευταίο του θαύμα. Μετά εκείνη έβαλε τα γέλια, άδειασε με μια κίνηση το ποτήρι της και χαϊδεύοντας τις ρώγες της του είπε

«Πάλι αρνείσαι να πιείς το ποτό σου; Τουλάχιστον έχεις ωραία γεύση. Θυμίζει πράσινο τσάι.
Τον πήγα εγώ μετά σπίτι.
Απαρηγόρητος.
Αυτά με τον μεγάλο».

«Δηλαδή, έγινε χάλια από τη γκόμενα;».

«Η αφορμή ήταν αυτή. Ήταν έτσι από πριν».

«Γιατί;».

«Τον έστησα εκείνο το βράδυ. Είχαμε κανονίσει αλλά τον έστησα.».

Comments

Dawkinson said…
o θείος-θείο και το θαύμα, πάνε για κόπυράιτ, πάραυτα.
μού αρέσει αυτός ο λανθάνων ρομαντισμός, που σε κάνει να ασχολείσαι ακόμα με το μεταφυσικό κόνσεπτ με διάθεση αποδόμησής του.
Το είδε ο Βερχόφεν; Να το δει.
mondo said…
να μη στήνουμε γιατί είναι ντροπή τα θαύματα να τελειώνουν... godot είσαι storyteller τελικά :)

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

3. Όλα Τα Όμορφα, Άλογα.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.
2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

Ήταν 6.30 και το ράδιο έλεγε ειδήσεις. Το έκλεισα φοβούμενος μη μας ακούσω κι εμάς εκεί. Το παλιό πικάπ είχε ένα δίσκο πάνω, ξεχασμένο ποιός ξέρει από πότε. Όλη μου την περιέργεια την έριξα εκεί για να μη σκοντάψει πάνω της. Σήκωσα το παλιό καπάκι που κόλαγε, πάτησα το παλιό φιλντισένιο κουμπί και έβαλα τη βελόνα πάνω. Το μπλέ κέντρο με τα μαύρα γράμματα άρχισε να γυρνάει. Ξέχασα πως διαβάζουν δίσκο που γυρνάει αλλά το Anita O'Day ήταν εμφανές μέχρι οι στροφές να γίνουν 78. Οι τρομπέτες έπαιξαν τη σύντομη εισαγωγή και άρχισε η παλιά κυρία - αν και λεπτή - να τραγουδάει.
...His wife then draped herself in black / That showed her figure fine / Then she cussed him out / The two-faced guy / No insurance could she find! / And her tears flowed like wine / Yes her tears flowed like wine.....
Η Μάρα γύρισε ήρεμα κοίταζε το πικαπ και τα μάτια της γέμισαν εικόνες.
-Αυτό άκουγε η μαμά μου στα τελευταία της. Αυτός ήταν πάντα πάνω. Φών…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…