Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008

H Αραμπέσκ του Σκορπιού.

Κοίταξα το ρολόι μου ξανά.
Έδειχνε ακόμη 8 ακριβώς παρ' ότι είχε πάει μεσημέρι κι εγώ περπάταγα πια ώρες.
Το επόμενο βήμα μου πάτησε δίπλα σε έναν σκορπιό.
Χρειάστηκε μια κίνηση για να μου καρφώσει κεντρί του στην καμάρα της πατούσας.
Πέθανα μετά από 45 λεπτά περίπου.

Τα παιδιά είχαν δεσμευτεί ότι αυτοί θα ήταν οι τέσσερις που θα με κουβαλούσαν.
Κράτησαν τον λόγο τους.
4 μηχανές με άσπρα υφάσματα να ανεμίζουν πιασμένα στις σχάρες ή στα τιμόνια.

Η πρώτη μηχανή είχε τον Κυριάκο οδηγό κι εμένα δεμένο πίσω του.
Η δεύτερη τον Γιώργο, φορτωμένη ξύλα και εργαλεία.
Η τρίτη τον Στέλιο με τα κόκκινα μαλλιά φορώντας ένα τουριστικό σάκο με ποτά.
Η τέταρτη την Μαργαρίτα με τον σκύλο της.

Όλοι φορούσαν λευκά. Κι εγώ το ίδιο.
Είχε πάει απόγευμα όταν ο Στέλιος με τον Κυριάκο τέλειωσαν τον λάκκο, μπροστά ακριβώς από τον ανεμόμυλο που τους είχα πει.
Ο Γιώργος σκούπιζε το στήθος του με το πουκάμισό του μετρώντας το πλάτος της κάσας.
"Βγήκε στενή ρε πούστη μου".
Η Μαργαρίτα είχε μαζέψει κι έτρωγε αχλάδια οκλαδόν.
"Βάλτον στο πλάι, θα χωρέσει. Όπως κοιμόταν. Θα σου δείξω μετά. Έλα να φας αχλάδι".

Το ξημέρωμα, μέσα στον λάκο ήταν η κάσα, 6 μπύρες, 2 μπουκάλια τζιν, 4 άδεια πακέτα τσιγάρα, 3 πλαστικά ποτήρια, τσαλακωμένα κουτάκια τόνικ, φλούδια από αχλάδια και ένα μπουκέτο λευκοί κρίνοι.

Κοιτούσαν μέσα χωρίς να μιλάει κανείς. Ακούγονταν μόνο το τρίξιμο του ανεμόμυλου.
Κατέβηκαν τον δρόμο με σβηστές τις μηχανές.
Θα έρθουν να με δούν ξανά μετά από έναν χρόνο.
Ελπίζω κάποιος να σκεφτει να λαδώσει αυτόν τον γαμημένο τον ανεμόμυλο.

1 σχόλιο:

paperflowers είπε...

Έχω φανταστεί κι εγώ κάτι παρόμοιο αλλά κοντά στη θάλασσα...
Αυτός ο ανεμόμυλος όμως, μ'άρεσε..
:-)