Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2008

Ημερολόγιο Περιπάτου.

Έκανα την καθιερωμένη βόλτα μου το Σάββατο το μεσημέρι, ψάχνοντας ριχτάρι για τον καναπέ μου.
Πέρασα από διάφορα μαγαζιά, αλλά στο κέντρο δύο πράγματα είναι δύσκολο να ψωνίσεις. Οικιακό εξοπλισμό και ότι έχει ένα πλήρες σούπερ μάρκετ.
Αν θες είδη κήπου, η Αθηνάς να είναι καλά. Αν θες ρούχα, είσαι καλυμμένος.
Αν θες ένα ριχτάρι για καναπέ, πρέπει να μπεις στο ιστορικό τρίγωνο κι εγώ δεν είχα χρόνο κι αντοχές για να πάω μέχρι εκεί κάτω.
Έτσι συνέχισα την βόλτα, ως απλή βόλτα με τα βιβλία του Μπερνάντο Σοάρες στο χέρι.
Είναι προφανές για σκεπτόμενους ανθρώπους - και όχι για φανατισμένους συναισθηματικά ή πολιτικά με οποιαδήποτε πλευρά - το τί συνέβη εκείνο το μεσημέρι στο κέντρο και σε τί αποσκοπούσε.
Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Ήταν προφανές και το τί θα συμβεί.

Στην πλατεία Κολοκοτρώνη οι μεν, στην πλατεία Κοραή οι δε.
Ακόμη και η σημειολογία προφανής. Κάπου στην Τράπεζα Ελλάδος στην Πανεπιστημίου οι δημοσιογράφοι με τον πλούσιο εξοπλισμό τους εν αναμονή.

Σε κάθε δεύτερη γωνία και μια διμοιρία ΜΑΤ - και μερικές άλλες σε φάλαγγα να βολτάρουν εκεί γύρω.

Και το Attica γεμάτο από καταναλωτές, κομψές κυρίες, νοικοκυρές και φρεσκοπαντρεμένες κόρες. Μία εξ αυτών ρωτάει τον πορτιέρη:

- "Τί συμβαίνει και είναι κλειστοί οι δρόμοι;"

- "Θα γίνουν φασαρίες μεταξύ αναρχικών και νεοναζί".

- "Νεοναζί; Χριστέ μου! Μα είναι δυνατόν;" και κατευθύνθηκε προς το ΑΤΜ της Τράπεζας Πειραιώς σφίγγοντας το μπράτσο που ήταν η φιλενάδα της δεμένη.


Στη πλατεία Κοραή, περπατώντας, συναντήθηκα αντίθετα με μια κοπέλα και προσπαθούσαμε να βρούμε ποιός θα πάει αριστερά και ποιός δεξιά ώστε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας.
Σε τέτοια κατάσταση πάντα σταματάω γιατί φοβάμαι πως αυτή η χορογραφία μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Χαμογέλασα με το χαζό του πράγματος και η κοπέλα άρχισε να γελάει πίσω από το μαύρο μαντήλι.
Από το σώμα, τα μάτια και την κίνησή της, υπέθεσα πως δεν πρέπει να είναι πάνω από 17-18.
Υπέροχα μάτια, αν και έντονα βαμμένα με μαύρο μολύβι. Κανείς δεν της είπε πως δεν βαφόμαστε όταν ξέρουμε πως θα πέσουν δακρυγόνα; Εγώ πάντοτε άβαφτος πήγαινα. Ούτε καν ρίμελ. Είναι αξίωμα.
Οι πέτρες στα χεράκια της έδειχναν το τρακ της. Πάλι κανείς δεν της είπε πως τέτοιου είδους πέτρα που κρατάει θα σπάσει στα 4 μόλις φύγει από το χέρι της και θα φτάσει απέναντι σαν πούδρα;

Ένα μαύρο τσουλούφι που είχε ξεφύγει από την κουκούλα, μαρτυρούσε ένα πλούσιο μαύρο ίσιο μαλλί. Πρόκειται σίγουρα για μια πανέμορφη κοπέλα.
Προσπέρασε ο ένας τον άλλον, συνέχισα να περπατάω μέσα στην μέση της Πανεπιστημίου βλέποντας τα ρολά να κατεβαίνουν και την ησυχία να δυναμώνει.
Έκανα ένα fast forward πέρασμα στην αίσθηση της επικαιρότητας και των γεγονότων των τελευταίων χρόνων και προσπάθησα να βρω διαφορές από την Κούβα του Μπατίστα. Δεν βρήκα.

Ανέβηκα αργά την Χαριλάου Τρικούπη και αναρωτιόμουν πως, όταν κάποτε ορίσουμε κάτι σαν πάτο του βαρελιού, τί θα ακολουθήσει.
Φοβάμαι ότι ούτε καν ο αντίστοιχος Κάστρο δεν μας αξίζει.


Πατριωτικό συμπέρασμα:
Τα κουβανέζικα βαρέλια είναι πιο ρηχά από τα Ελληνικά.


Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και απλά ευχόμουν να μην την άγγιξε κανείς. Να της δόθηκε και σήμερα λίγος ακόμη χρόνος. Και να τον χρησιμοποιήσει.



2 σχόλια:

ell είπε...

Πολύ όμορφο αν και μελαγχολικό

Natalia είπε...

Σίγουρα δεν θα την άγγιξε κανείς.
Αλλωστε δεν λένε "beauty will save the world?"

Οσο για τα ελληνικά βαρέλια?
άνευ πάτου θα έλεγα, γι αυτό και ποτέ δεν στερεύουν από...απόβλητα