Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Και τί πειράζει;

Τα Caprice είναι παράδοση. Μεγάλη ιστορία. Δεν υπήρξε σπίτι που να μην είχε κάποια στιγμή ένα κουτί Caprice και κάποιος να τα τσάκιζε σε άσχετες ώρες. Κράτς. Πάει το τελευταίο.

Κράκ. Απέκτησα ένα κράκ ακόμη στην συλλογή των κλειδώσεών μου. Κάτω από την αριστερή ωμοπλάτη. Είναι το καραβίσιο μου κρακ. Ισιώνεις λίγο την πλάτη, μικρή αντίσταση, και κρακ. Ξεκλειδώνει κάτι. Σαν μικρό πορτάκι. Όταν τα κρακ γίνονται τρίξιμο αλλάζει, αλλά προς το παρόν το μόνο που τρίζει είναι μέσα στο κεφάλι μου.

Οι εναλλαγές της διάθεσης μου φτάνουν τις 432 ανά μέρα, αν μέτρησα καλά. Αλλά δεν πειράζει. «Όσο πιο δύσκολο, τόσο καλύτερα» και ναι. Τί πειράζει;

6 άνθρωποι μου προσφέρουν όποτε χρειαστώ μια ιδιαίτερη αισιοδοξία, μου τα χώνουν ενίοτε ο καθένας με τον τρόπο του, και μ’ αρέσει που βρίσκω τρόπους να μην τους συνηθίζω. Απλά τους σκέφτομαι, κι εκείνοι μου τα δίνουν. Τόσο απλά. Τους εντοπίζω με τη σκέψη στο παρόν, τους βλέπω απασχολημένους με κάτι, κι εκείνοι μου τα δίνουν. Ίσως κάποιος από αυτούς, κάποια στιγμή θα μου πετάξει ένα πιάνο στο κεφάλι. Μπορεί και όλοι. Ιδίως αν είναι πιάνο με ουρά. Έχω ένα μάτι, που τους το στέλνω όπου είναι. Ε, με κάποια διακριτικότητα βέβαια. Και τους βλέπω να μιλάνε στο τηλέφωνο, μου κάνουν νόημα με τα μάτια προς τα πάνω «ουφ, τα νεύρα μου», τους κλείνω το μάτι με νόημα και η μέρα συνεχίζεται. Τα βράδια είναι αλλιώς. Δεν σας λέω πως. Όχι τώρα, δεν θέλω.

Έχοντας ελεύθερο χρόνο, κοιτάζω διάφορα blogs που δεν διάβαζα για πολύ καιρό. Έχω την αίσθηση ότι κάποιοι έμειναν συνεπείς με τους εαυτούς τους, και κάποιοι άλλοι αναπαράγουν και τροφοδοτούν την θλιβερή ελληνική καθημερινότητα. Κάποιοι – και με το δίκιο τους – απογοητεύονται και προτιμούν να σιωπήσουν, να γυρίσουν την πλάτη ξέροντας ότι τελικά μερικά πράγματα δεν διορθώνονται. Και τί πειράζει; Μερικά πράγματα έχουν την τάση να ξεδιαλύνουν μόνα τους λόγω των συστατικών τους. Τί μένει; Ότι χρειάζεται.

Ο Μεσαίωνας ΙΙ από την άλλη είναι στις δόξες του. Και είναι σαφές πια. Δεν ξέρω αν θα ακολουθήσει Αναγέννηση – Διαφωτισμός και πάλι απ’ την αρχή. Μακάρι. Ελπίζω τουλάχιστον να ζήσουμε ένα Παρίσι σαν εκείνο τότε.
«Οι καλοί Αμερικάνοι πάνε στον Παράδεισο. Οι κακοί, στο Παρίσι». Αλλά εδώ που τα λέμε... τα ένδοξα Παρίσια, κάποιοι τα φτιάξανε. Άρα; Τί περιμένουμε; Να περάσει το κάρο να ανεβούμε; Κι αν είμαστε εμείς η σαβούρα τελικά; Κι αν δεν περάσει το κάρο; Η μετριότητά μου είναι φτάνει μέχρι κάπου, αλλά ταβάνι δεν βάζω ρε πούστη μου. Και σε κελί να είμαι, το πρώτο που θα ανατινάξω θα είναι το ταβάνι. Όχι η πόρτα. Αν είναι να βγεις, να βγεις με δικό σου τρόπο. Να μη σου ανοίξει κανείς την πόρτα. Άλλοι βγαίνουν απ’ τον τοίχο. Τα σέβη μου. Άλλοι κάθονται μέσα και κάποια στιγμή απλά χάνονται από εκεί – έτσι ξαφνικά. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Κανείς δεν ξέρει πως. Κι άλλοι «μαθαίνουν να το αγαπούν» και να λένε πολύ λογικές και τεκμηριωμένες απόψεις κρεμασμένες από την ανάγκη του τώρα. Είδες αν κλείσει το μάτι και δεν βλέπει ορίζοντα; Κλείνουν όλα. «Εδώ. Στον αγώνα. Δουλίτσα να υπάρχει. Να μπαίνει το ενσημάκι».

Εντάξει. Και ορίζοντα να βλέπει, πάλι θέλει να ανοίξεις τον μπουφέ σου και να τρως με το επίσημο σερβίτσιο ακόμα και σάντουιτς. Να σκίσεις όλα τα σελοφάν. Όχι πια πλαστικά σε θάλασσες και ακτές και στα κεφάλια μας.
Κι αυτά τα επαναστατικά να τα λένε κάτι τύποι σαν εμένα, ανίκανοι για όλα και ικανοί να τουμπάρουν το σύμπαν. Που δεν ξέρω αν πρέπει να θλίβομαι όταν με σκέφτομαι ή να λέω «μη σταματάς – κι άλλο κάρβουνο».

Κάποιες φορές, τώρα τελευταία, σκέφτηκα ότι είναι ωραία να ζεις. Και τρόμαξα. Γιατί ζούσα. Με τις πόρτες τέντα και φύλλα να μπαίνουν μέσα και μια γάτα να περνάει και να κοιτάει τον χώρο και ένα τριζόνι να έχει χωθεί κάπου – ακόμα δεν το έχω εντοπίσει – και τα ρούχα της στο πάτωμα και το νερό του μπάνιου να τρέχει και καφές να μυρίζει και να παίζει η μπανάλ μουσική που σ’ αρέσει και δεν το λες. Και τα μάζεψα όλα γρήγορα, τα έβαλα στη θέση τους, ξουτ στη γάτα και επιστροφή στα πρέποντα.

Μπα. Τα παράθυρα πετσικάρουν και δεν κλείνουν τελικά.
Και τί πειράζει;
Το πολύ πολύ να ... τι;
Να σταματήσει να περνάει η μέρα χωρίς επίδραση πάνω μου.

Θέλω ένα Παρίσι. Όχι εκείνο. Ούτε αυτό που πήγα. Το άλλο. Δεν ξέρω πως είναι, αλλά το θέλω.
Ποτέ ξανά με δυο βαλίτσες.
Κι επειδή ένα τραγούδι τώρα μου πήρε το μυαλό, σταματάω να μου το πάρει όλο.

6 σχόλια:

numb_jg είπε...

Godot or L.Bloom?

Λίτσα είπε...

Μπα, δεν κλείνουν τα παράθυρα τώρα. Ακόμη κι αν τα στερεώσεις, θα τ' ανοίξει πάλι ο νοτιάς. Φυσάει δαιμονισμένα.

The Motorcycle boy είπε...

Συμφωνώ απολύτως μαζί σου για τα ταβάνια. Να ξηλώνονται άμεσα. Είναι ο μοναδικός τρόπος να φεύγουν τα ντουμάνια. Κατά τα λοιπά, το γαμήσαμε και ψόφησε. Χτες μου έστελνες μήνυμα για το τραγούδι που έπαιζες, σήμερα το βρήκα. "Άτιμη ζωή κύριε Πετροχείλο μου!"

weirdo είπε...

..ασφαλώς και 'δεν πειράζει'..:)

o erwtas pernaei ap' to stomaxi είπε...

δεν ξέρω αν είναι τυχαίο (μάλον είναι) αλλά εχθές είχα μια αντίστοιχη συζήτηση μ' ένα φιλαράκι (στου κουφού την πόρτα) και μ' έπιασε θλίψη...

Helix Nebulae είπε...

Συγγνώμη που άργησα, προσπαθούσα να ξεσφηνώσω μια κυρία από μια τρύπα στην παραλία. Και μετά έπρεπε να περάσω από τον παππού μου να με βάλει να ξανακούσω όλες τις παλιές μαγνητοταινίες του :-) Δεν περίμενες πολλή ώρα ελπίζω;...

Χάρηκα για τη γνωριμία. Helix.