Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

Ένα τσιγάρο τρόμος.


Μπήκε μέσα σαν να ήθελε να μιλήσει για Μάρξ.
Σταμάτησε και κοίταξε τον χώρο κρατώντας ακόμη πίσω του το χερούλι της πόρτας.
Όλα τα κεφάλια γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος του και κάποια ομιλία στο βάθος σταμάτησε πριν ολοκληρωθεί.
Τράβηξε απαλά την πόρτα. Έκλεισε με ένα καλολαδωμένο κλίκ.
Προχώρησε αργά προς την έδρα κοιτώντας χάμω. Ακριβώς μπροστά από τα παπούτσια του.
Στην μέση της διαδρομής σταμάτησε. Κοίταξε αριστερά του, στην πρώτη σειρά. Μια κοπέλα έστελνε μήυνμα στο κινητό της, απορροφημένη. Η διπλανή της την σκούντηξε και το άφησε στα πόδια της για να τελειώσει το μήνυμα όταν τα μάτια του θα έφευγαν από πάνω της. Ένα πνιχτό γέλιο από κάπου. Σιωπή. Συνέχισε να περπατάει. Αργά. Το τακούνι του ακουγόταν σαν σφυρί σε καρφί. Η Έδρα. Δύο μεγάλα σκαλοπάτια. Ένα πλατύ τραπέζι για γραφείο, δίπλα μία ραφιέρα με ρόδες. Πίσω στον τοίχο 4 πίνακες. Δύο πάνω, δύο κάτω με μηχανισμό να αλλάζουν θέση οι πάνω με τους κάτω. Στο δεξί ζεύγος ο πάνω είχε σφηνώσει κάπου στη μέση εδώ και μήνες. Ίσως και χρόνια.
Αοκύμπησε το πόδι του στο πρώτο σκαλί και έμεινε εκεί. Με το παπούτσι – ούτε καν το πόδι – στο σκαλί. Γύρισε και κοίταξε κάποιον κατάματα.
«Πως με λένε;» ο νεαρός αιφνιδιάστηκε λίγο και απάντησε με ένα μικρό κοκκοράκι στη φωνή του «Τί εννοείτε...».
«Ακριβώς».
Κάποιοι στις πίσω σειρές μουρμούριζαν «τί ρώτησε;» αλλά εκείνος κοίταζε προς το μέρος τους, σαν να τους κοιτούσε όλους στα μάτια ταυτόχρονα, σαν τα μάτια του να πλημμύριζαν τον χώρο με σιωπή. Έριξε το βάρος του στο σκαλί και ανέβαινε αργά τα σκαλιά με πλάγια βήματα κοιτώντας όλους. Στο δεξί του χέρι είχε ένα βιβλίο, μικρό σε μέγεθος αλλά με πολλές σελίδες. Το στήριζε στο δεξί του πέτο. Από το κέντρο της αίθουσας φαινόταν σαν το γραφείο να τον είχε κόψει στα δύο στο ύψος της ζώνης. Ένα τσουλούφι έφυγε από το μέτωπό του και κρεμάστηκε μπροστά από το δεξί του φρύδι κάνοντας ένα τόξο. Η σιωπή γινόταν σιγά σιγά αμηχανία. Κοιτώντας πάντα τον κόσμο, άφησε απαλά το βιβλίο στο γραφείο. Μία κάθετη ρυτίδα δεξιά από το στόμα του υποννόησε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Το βλέμμα του όμως όχι.
Έκανε μερικά βήματα πίσω, μέχρι που έφτασε στον πίνακα. Σταμάτησε. Γύρισε την πλάτη του εκεί και χαμήλωσε το κεφάλι. Το αριστερό του χέρι – σαν από μόνο του - έψαξε στην τσέπη του σακακιού του και έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Dunhill. Ακούστηκε ένας αναπτήρας και από το πάνω μέρος του κεφαλιού του αναδύθηκε ένα σύννεφο καπνού. Ταυτόχρονα κάποιοι κάτι ψυθίριζαν. Όλοι κοιτούσαν μπροστά, σ΄αυτό το πελώριο ερωτηματικό. Ακούμπησε τον αριστερό του ώμο στον πίνακα. Σιγά σιγά γύρναγε, ακουμπώντας στον πίνακα τον ώμο, την ωμοπλάτη, μέχρι που γύρισε όλος μπροστά. Στο αριστερό του χέρι το τσιγάρο, το δεξί έβαλε το πακέτο στην τσέπη και κρεμάστηκε πλάι του. Με το κεφάλι γερμένο μπροστά, το βλέμμα του σηκώθηκε ευθεία και καρφώθηκε απέναντι.
Τράβηξε μια μεγάλη τζούρα και για λίγο το πρόσωπό του χάθηκε πίσω από τον καπνό.
Κάποιος κάπου προς τ’ αριστερά και πάνω ξερόβηξε σαν να καθαρίζει τον λαιμό του. Εκείνος κοιτώντας προς την μέση άρχιζε αργά να χαμογελάει...
Αμέσως η σιωπή ελάφρυνε. Πάτησε κάπου. Κάποιοι ανταπέδωσαν το χαμόγελο νιώθωντας ότι χαμογελάει προς τα εκεί. Κάποιες εκπνοές ακούστηκαν και ένας ακούμπησε την πλάτη του πίσω στην καρέκλα

Η στάχτη έκανε γκελ πέφτοντας, αριστερά από το κουμπί του σακακιού, ένα δεύτερο λίγο πάνω από το γόνατό του και απλώθηκε στο πάτωμα γράφοντας στο μαύρο του κοστούμι δυο γκρίζες πινελιές. Τράβηξε μία τελευταία τζούρα, το πέταξε μπροστά του και το πάτησε αμέσως. Χωρίς να κάνει θόρυβο. Κοίταξε επάνω. Το ταβάνι. Κάποιοι κοίταξαν κι εκείνοι από πάνω τους.

«Είστε τόσο όμορφοι...έτσι συμμετρικά κρεμασμένοι.»

Κατέβηκε από την έδρα, προχώρησε. βρέθηκε έξω από την πόρτα, να την κλείνει αργά κοιτώντας μέσα.
Με ένα καλολαδωμένο κλίκ, έκλεισε.

16 σχόλια:

tomboy είπε...

δε διαβασα ακόμα το κείμενο
άνοιξα σελίδα σου και έπεσα στο

...---...

Στέλνω αγκαλιά ΤΩΡΑ! ()

Godot είπε...

Την πήρα ΤΩΡΑ!

(ότι καλύτερο πήρα τελευταία)

mmg είπε...

tiwraia na sas vlepw agalia myluvs :))))))
(oti kltro eida twra teleftaia)
mssd the real thng too
kiepeidi dvsa to post,kiena BIGKSS apo mena
asxtrmesyginisatemalakismena

The Motorcycle boy είπε...

Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή; Και που να ξέρω εγώ; Ημερολόγιο είμαι;
Υ.Γ.: Άστο να περάσει μάγκα μου -μην το ζορίζεις μόνος σου. Έχουμε και σπίτι να μας περιμένει ή θα έχουμε, αλλά και να μην έχουμε πάλι κάτι θα μας περιμένει.

Godot είπε...

Εσύ μη δεις να σου ακουμπάνε τη γυναίκα αμέσως να πεταχτείς!
ΥΓ.: δεν το ζορίζω. Ίσα ίσα. Αφου ξέρεις. Μπουκάρω μέσα και τα ζω on the skin. Πως αλλιώς δηλαδη; Δεν πάει κι αλλιώς. Όχι τίποτα άλλο, μη φτύνουμε τα μούτρα μας κιόλας.

Godot είπε...

on είπα;
βάλε in.

divine mitsakos είπε...

kalispera godet

mmg είπε...

kala myluv!!!!!!!
rightonthenckoftmeomws!!!!

ΣεΞπΥρ είπε...

Νά'μαι και γω! Καλησπέρες παίδες, Godot πως πάει, κουνάει? Κάποιος μου είπε ότι εδώ φιλιούνται αγκαλιάζονται και έτρεξα. Δυο λόγια μόνο: Godot θεός, Tom φανταστική, mmg thanks girl!, Mboy άνοιξε κανά e-mail ρεεεε.

Zooman είπε...

Υποβάλλω τα σέβη μου απο τα εξωτερικά! (Β υλγαρία δή!!)

Η μικρή Ολλανδέζα είπε...

ακουσα αγκαλίες και τρούπωσα!
όχι, που θα έμενα στην απ'εξω...
:)))

Λίτσα είπε...

Το σκηνικό οικείο, πάντως.
Καλημέρα.

o erwtas pernaei ap' to stomaxi είπε...

Ο Έλληνας Μπέκετ ζωγράφισε...

Godot είπε...

SexPyr: Θνητός.
Θνητότατος.
Του Θανατά Θνητός.
Και γαμώ τους Θνητούς.
Εσύ είσαι του Sex+Πυρ, αλλά εγώ είμαι του Γυνή & Θάλασσα (και γι' αυτό και κουνάει ;-)

ZMan: Τα σέβη σας ελήφθησαν κι ανταποδίδονται από τα εξωτερικά πάλι (Mallorca).

MOll: Για πότε μπήκε, πότε έκατσε, πότε χώθηκε.... ούτε που την πήρα χαμπάρι.

Λιτσα: Τί να σκεφτόμουν (έβλεπα) - μεταξύ άλλων - όταν το ΄γραφα άραγε;;;

Στομάχη: Σ'ευχαριστώ x1000, αλλά μακρυά από εμέ το ποτήριον τούτο... Κάνει χαζό μεθύσι.

Η μικρή Ολλανδέζα είπε...

χέλι παιδί μου, χέλι!

sorry_girl είπε...

Σαν τσιγάρο μετά από σοκολάτα πικρή με πορτοκάλι ήταν το γραφτό σου.
φιλιά!