Skip to main content

To Πλατάνι...

- Γειά σου Θωμά!
- Καλώς τη θειά
- Να σε φιλήσω λεβέντη μου
- Να με φιλήσεις θείτσα μου. Να σε φιλήσω κι εγώ γιατί έτσι όπως μοιάζεις της μακαρίτισσας της μάνας μου κι όταν με φιλάς εσύ θαρρώ πως με φιλάει εκείνη. Πες μου πως από δω στην Αθήνα;
- Γιατί έμαθα από τον Βαγγέλη τον Δεσυμπουρλιώτη πως έφυγες απ’ την Πάτρα κι ήρθες στην Αθήνα. Κι επειδή εγώ ξέρω γιατί ήρθες στην Αθήνα, ήρθα να σε φιλήσω, να σου δώσω την ευχή μου, να σου δώσω κι αυτό το φυλαχτό να σε φυλάει. Φόρα το!
- Για στάσ’, για στάσ’ θείτσα μου, και γιατί μου το ‘φερες το φυλαχτό στην Αθήνα, από τί να με φυλάει, απ’ τα τρόλεϊ;
- Ξέρω!
- Ξέρεις;
- Ξέρω!
- Τί ξέρεις ρε θείτσα;
- Θες να δεις τί ξέρω;
- Πολύ θα το ‘πιθυμούσα...
- Ε να λοιπόν. (μαχαίρι – πιστόλι) Τί λες τώρα; Ξέρω ή δεν ξέρω;
- Ααααα.... τη χάνουμε τη θειά μου την Παρασκευούλα....
- Τί είπες;
- Τίποτα θείτσα μου, κάτσε. Κάτσε θείτσα μου, κάτσε... Αθήνα είναι εδώ, ευκολίες έχει, ότι και να χρειαστεί, θα το βρούμε τί σε νοιάζει εσένα; Που λέει ο λόγος και καμιά βελόνα να χρειαστεί να τη χτυπήσουμε, θα την χτυπήσουμε.
- Άκου Θωμά μου... Από μένα μην κρύβεσαι, εγώ αυτό που ήρθες να κάνεις στην Αθήνα το καμαρώνω! Μην ξεχνάς πως είμαι η χήρα του Χαράλαμπου τ’ αδικοσκοτωμένου και το φυλαχτό που σου ‘δωσα, δικό του είναι.
- Ααααα πάρτο πάρτο πάρτο πάρτο.... Κοίτα ρε πράμα που έκανε 250 χιλιόμετρα η θειά μου και μου το ‘φερε στην Αθήνα
- Φόρα το βρε να σε φυλάει!
- Και τον μπάρμπα μου τον αδικοσκοτωμένο τον Χαράλαμπο για δεν τον φύλαξε;
- Γιατί εκείνο το βράδυ τ’ αναθεματισμένο είχε ξεχάσει να το φορέσει.
- Πε μου έτσι ντε... πε μου έτσι ντε...
- Μπράβο παιδί μου. Έτσι να σε χαίρομαι. Έτσι να σε καμαρώνω. Κι αν πας και φυλακή μη φοβάσαι, εδώ είμαι γω. Ότι χρειαστείς από μένα θα το ‘χεις.
- Για στάσου ρε θείτσα, γιατί να πάω φυλακή;
- Για τον φόνο!
- Ποιό φόνο;
- Ρε γιατί ‘ρθες στην Αθήνα;
- Στην Αθήνα ήρθα για το δίκαννο. Κείνο το κυνηγετικό που είχα. Χάλασε, το πήγα στην Πάτρα, δεν μπορούσαν να μου το φτιάσουν και το ‘φερα στην Αθήνα. Μ’ είπαν μάλιστα πως τ’ απόγευμα θα μου το φέρουν, να το πάρω κι άντε, πρωί πρωί να του δίνω για το χωριό.
- Γι’ αυτό ήρθες;
- Ναι.
- Μόνο γι’ αυτό;
- Για τί άλλο να ‘ρθω ρε θειά;
- Ρε δεν ήρθες στην Αθήνα σαν Μακρυκώστας;
- Ορίστε;
- Σε ρωτάω: δεν ήρθες στην Αθήνα σαν Μακρυκώστας;
- Ε, σαν Μακρυκώστας ήρθα ρε θειά, σαν τί θα ‘ρθω; Ν’ αλλάξω και τ’ όνομα δηλαδή να βρω και κανα μπελά απ’ την αστυνομία;
- Βρε! Δεν ήρθες γιατί έτσι σε πρόσταξε να κάνεις η φωνή της γενιάς σου;
- Τι τι τι τι τι τι τι δεν το πήρα καλά αυτό - πως το πες;
- Βρε δεν ήρθες για να χαλάσεις τον Στέλιο τον Κοντογιώργη;
- Να χαλάσω τον Στέλιο; Γιατί να τον χαλάσω τον άνθρωπο; Εδώ παιδευτήκαν ο πατέρας του κι η μάνα του τόσον καιρό να τον φτιάξουν κι εγώ θα τον χαλάσω; Έλα παναγίτσα μου.
- Βρε δεν έμαθες τα φονικά;
- Φονικά;
- Φονικά βέβαια!
- Ποιά φονικά ρε θείτσα;
- Χτες... στον προφήτη Ηλία.....
[...]
- Μα είναι πράματα αυτά ρε θειά; Να σκοτώνονται τώρα οι άνθρωποι στα καλά του καθουμένου;
- Θωμά!
- Ε;
- Το αίμα των Μακρυκωσταίων ζητάει από σένα εκδίκηση!
- Από μένα;
- Από σένα!
- Και γιατί από μένα κι όχι από καναν άλλον;
- Βρε έμεινε κανένας άλλος αρσενικός στη φαμίλια μας;
- Και το πάμε ντε και ντε δηλαδή να μη μείνει κανένας;
- Δειλιάζεις βρε;
- Άσε με ρε θειά. Άσε με, δεν είμαι γω για τέτοια πράματα άσε με σε παρακαλώ.
- Βρε ήρθες στην Αθήνα και θα φύγεις απ’ την Αθήνα χωρίς να πάρεις εκδίκηση;
- Θειά, εκδίκηση δεν θα πάρω. Το μόνο που λογαριάζω να πάρω είναι κάνα δυο πουκαμισάκια.
- Εεεε... τέτοιος που ‘σαι, πάρε κι ένα δυο ντουζίνες σώβρακα.
- Άσε με ρε θειά να χαρείς τώρα.
- Βρε πως θα γυρίσεις στο χωριό;
- Με το τραίνο – πώς θα γυρίσω;
- Με τί μούτρα θα γυρίσεις στο χωριό;
- Με τα μούτρα τα δικά μου ρε θειά. Με τα μούτρα που μου ‘δωσε ο Θεός και κυκλοφοράω... Μ’ αυτά θα γυρίσω.
- Και καθώς θα κατέβεις στον σταθμό, δεν θα ντραπείς το πλατάνι;
- Ποιό πλατάνι;
- Το πλατάνι! Το μεγάλο, του σταθμού. Που ποτίστηκε με το αίμα του προπάππου σου. Δεν θα το ντραπείς βρε;
- Το πλατάνι;
- Το πλατάνι.
- Να το ντραπώ;
- Ναι!
- Ε δε θα το ντραπώ ρε θειά, δε τα ντρέπομαι τα πλατάνια! Να μου πεις να ντραπώ εκείνον τον Νίκο τον Παπίδα που τον έχω φορέσει εδώ και πέντε χρόνια ένα φέσι με μια φούντα από δω μέχρι τον αστράγαλο, μάλιστα να τον ντραπώ. Τα πλατάνια δεν τα ντρέπομαι εγώ.
- Κι ανεβαίνοντας βρε, πώς θα περάσεις μπροστά από το πηγάδι του Χασάν Αράπη, από κει που το Κοντογιωργέικο σκυλολόι χάλασε τον μακαρίτη τον παππού σου; Δε θα ντραπείς;
- Πάλι να ντραπώ;
- Ναι.
- Το πηγάδι....
- Ναι!
- Να το ντραπώ;
- Ναι!!!
- Ε, όχι ρε θειά δε θα το ντραπώ! Αυτό μου έλλειπε τώρα ν’ αρχίσω να ντρέπομαι τα πηγάδια, να ντρέπομαι τα πλατάνια, να ντρέπομαι τα φραγκόσυκα, να ντρέπομαι τα κουκουνάρια....
- Φτού σου!

Comments

artemis said…
Μωρε μπράβο...Απίστευτος!
sourfou said…
Πραγματικό είναι ή μόνος σου το σκέφτηκες ορε??
"Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες", έτσι;
oooops...stating the obvious...δεν το διάβασα διεξοδικά πρίν postάρω... :)
ΠΡΕΖΑ TV said…
Αυτο θα πει βεντετα!!!
άψογος!
Λατρευω το καινούργιο παιχνιδάκι!!
nicola beerman said…
Καλο μηνα μαφιοζε...
Λίτσα said…
Etsi eimaste oloi emeis oi naftikoi, antilamvaneste.
(sxolio oxi sto post, alla sta epainetika sxolia poy dex8hkate, master and commander)
zero said…
Πολυ μου αρεσουν αυτα τα ποστ.

ΥΓ: τα βρισκω πολυ cool.

ζερο.
mmg said…
& tha to ntrapw & tha to xairetisw
KALIMEEEEEEEERAAAAAAAAAAAAAA
marquee de mud said…
μακραν οτι καλυτερο εχει παιξει εδω μεσα, κι απ'εξω.

ασε που κολλησα και προφορα οσο το διαβαζα.
Eu-aggelos said…
το τελος ηταν κορυφαίο (όχι πως το υπόλοιπο πάει πίσω αλλά λέμε)
ΦΤΟΥ ΣΟΥ!!!

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…

2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοιτώντας από την μέσα μεριά του τοίχου, η διάθεσή μου άλλαξε soundtrack. Πίσω ο Μπερτόδουλος, η Τερέζα και ο συνηθισμένος μίζερος κόσμος μου. Δίπλα μου ο Κιού. Στο όριο με τον άλλο κόσμο μπροστά, συγκεντρωμένος σε μένα και αυτό που θέλω και πιστεύω. Αυτό μάλλον λέγεται φιλία. Και αυτός, φίλος.
- Να κεράσω σπασμένο τζάμι; μια δόση αποτυχημένου χιούμορ μήπως σπάσει την απότομη σοβαρότητα. - Δοκίμασες; αρπάχτηκα μαζί του κι εγώ - Άνοστο. - Άστο τότε. - Άστο. Κοιτάζαμε κι οι δύο μέσα. Το στομάχι μου έκανε κοιλιακούς μόνο του. Ένιωσα ότι είχα ιδρώσει και όσο περισσότερο το τραινάρω τόσο πιθανότερο να γυρίσω τρέχοντας με τα αυτιά κάτω στο σπίτι της χοντρής.
Στον πάνω όροφο, από την μπαλκονόπορτα φαινόταν το άρρωστο φως ενός πορτατίφ. Προφανώς το φως σήμα ότι κάποιος είναι σπίτι και υπάρχει κίνηση. Κάτω απ΄ το μπαλκόνι, η ξύλινη κατασκευή με τα βαρέλια. Το υπαίθριο κελάρι του σκατόψυχου. Από εκεί ανεβαίνει στο μπαλκόνι και γριά με βγαλμένο γοφό. Από κάτω …