Σάββατο, Ιουλίου 01, 2006

To Πλατάνι...

- Γειά σου Θωμά!
- Καλώς τη θειά
- Να σε φιλήσω λεβέντη μου
- Να με φιλήσεις θείτσα μου. Να σε φιλήσω κι εγώ γιατί έτσι όπως μοιάζεις της μακαρίτισσας της μάνας μου κι όταν με φιλάς εσύ θαρρώ πως με φιλάει εκείνη. Πες μου πως από δω στην Αθήνα;
- Γιατί έμαθα από τον Βαγγέλη τον Δεσυμπουρλιώτη πως έφυγες απ’ την Πάτρα κι ήρθες στην Αθήνα. Κι επειδή εγώ ξέρω γιατί ήρθες στην Αθήνα, ήρθα να σε φιλήσω, να σου δώσω την ευχή μου, να σου δώσω κι αυτό το φυλαχτό να σε φυλάει. Φόρα το!
- Για στάσ’, για στάσ’ θείτσα μου, και γιατί μου το ‘φερες το φυλαχτό στην Αθήνα, από τί να με φυλάει, απ’ τα τρόλεϊ;
- Ξέρω!
- Ξέρεις;
- Ξέρω!
- Τί ξέρεις ρε θείτσα;
- Θες να δεις τί ξέρω;
- Πολύ θα το ‘πιθυμούσα...
- Ε να λοιπόν. (μαχαίρι – πιστόλι) Τί λες τώρα; Ξέρω ή δεν ξέρω;
- Ααααα.... τη χάνουμε τη θειά μου την Παρασκευούλα....
- Τί είπες;
- Τίποτα θείτσα μου, κάτσε. Κάτσε θείτσα μου, κάτσε... Αθήνα είναι εδώ, ευκολίες έχει, ότι και να χρειαστεί, θα το βρούμε τί σε νοιάζει εσένα; Που λέει ο λόγος και καμιά βελόνα να χρειαστεί να τη χτυπήσουμε, θα την χτυπήσουμε.
- Άκου Θωμά μου... Από μένα μην κρύβεσαι, εγώ αυτό που ήρθες να κάνεις στην Αθήνα το καμαρώνω! Μην ξεχνάς πως είμαι η χήρα του Χαράλαμπου τ’ αδικοσκοτωμένου και το φυλαχτό που σου ‘δωσα, δικό του είναι.
- Ααααα πάρτο πάρτο πάρτο πάρτο.... Κοίτα ρε πράμα που έκανε 250 χιλιόμετρα η θειά μου και μου το ‘φερε στην Αθήνα
- Φόρα το βρε να σε φυλάει!
- Και τον μπάρμπα μου τον αδικοσκοτωμένο τον Χαράλαμπο για δεν τον φύλαξε;
- Γιατί εκείνο το βράδυ τ’ αναθεματισμένο είχε ξεχάσει να το φορέσει.
- Πε μου έτσι ντε... πε μου έτσι ντε...
- Μπράβο παιδί μου. Έτσι να σε χαίρομαι. Έτσι να σε καμαρώνω. Κι αν πας και φυλακή μη φοβάσαι, εδώ είμαι γω. Ότι χρειαστείς από μένα θα το ‘χεις.
- Για στάσου ρε θείτσα, γιατί να πάω φυλακή;
- Για τον φόνο!
- Ποιό φόνο;
- Ρε γιατί ‘ρθες στην Αθήνα;
- Στην Αθήνα ήρθα για το δίκαννο. Κείνο το κυνηγετικό που είχα. Χάλασε, το πήγα στην Πάτρα, δεν μπορούσαν να μου το φτιάσουν και το ‘φερα στην Αθήνα. Μ’ είπαν μάλιστα πως τ’ απόγευμα θα μου το φέρουν, να το πάρω κι άντε, πρωί πρωί να του δίνω για το χωριό.
- Γι’ αυτό ήρθες;
- Ναι.
- Μόνο γι’ αυτό;
- Για τί άλλο να ‘ρθω ρε θειά;
- Ρε δεν ήρθες στην Αθήνα σαν Μακρυκώστας;
- Ορίστε;
- Σε ρωτάω: δεν ήρθες στην Αθήνα σαν Μακρυκώστας;
- Ε, σαν Μακρυκώστας ήρθα ρε θειά, σαν τί θα ‘ρθω; Ν’ αλλάξω και τ’ όνομα δηλαδή να βρω και κανα μπελά απ’ την αστυνομία;
- Βρε! Δεν ήρθες γιατί έτσι σε πρόσταξε να κάνεις η φωνή της γενιάς σου;
- Τι τι τι τι τι τι τι δεν το πήρα καλά αυτό - πως το πες;
- Βρε δεν ήρθες για να χαλάσεις τον Στέλιο τον Κοντογιώργη;
- Να χαλάσω τον Στέλιο; Γιατί να τον χαλάσω τον άνθρωπο; Εδώ παιδευτήκαν ο πατέρας του κι η μάνα του τόσον καιρό να τον φτιάξουν κι εγώ θα τον χαλάσω; Έλα παναγίτσα μου.
- Βρε δεν έμαθες τα φονικά;
- Φονικά;
- Φονικά βέβαια!
- Ποιά φονικά ρε θείτσα;
- Χτες... στον προφήτη Ηλία.....
[...]
- Μα είναι πράματα αυτά ρε θειά; Να σκοτώνονται τώρα οι άνθρωποι στα καλά του καθουμένου;
- Θωμά!
- Ε;
- Το αίμα των Μακρυκωσταίων ζητάει από σένα εκδίκηση!
- Από μένα;
- Από σένα!
- Και γιατί από μένα κι όχι από καναν άλλον;
- Βρε έμεινε κανένας άλλος αρσενικός στη φαμίλια μας;
- Και το πάμε ντε και ντε δηλαδή να μη μείνει κανένας;
- Δειλιάζεις βρε;
- Άσε με ρε θειά. Άσε με, δεν είμαι γω για τέτοια πράματα άσε με σε παρακαλώ.
- Βρε ήρθες στην Αθήνα και θα φύγεις απ’ την Αθήνα χωρίς να πάρεις εκδίκηση;
- Θειά, εκδίκηση δεν θα πάρω. Το μόνο που λογαριάζω να πάρω είναι κάνα δυο πουκαμισάκια.
- Εεεε... τέτοιος που ‘σαι, πάρε κι ένα δυο ντουζίνες σώβρακα.
- Άσε με ρε θειά να χαρείς τώρα.
- Βρε πως θα γυρίσεις στο χωριό;
- Με το τραίνο – πώς θα γυρίσω;
- Με τί μούτρα θα γυρίσεις στο χωριό;
- Με τα μούτρα τα δικά μου ρε θειά. Με τα μούτρα που μου ‘δωσε ο Θεός και κυκλοφοράω... Μ’ αυτά θα γυρίσω.
- Και καθώς θα κατέβεις στον σταθμό, δεν θα ντραπείς το πλατάνι;
- Ποιό πλατάνι;
- Το πλατάνι! Το μεγάλο, του σταθμού. Που ποτίστηκε με το αίμα του προπάππου σου. Δεν θα το ντραπείς βρε;
- Το πλατάνι;
- Το πλατάνι.
- Να το ντραπώ;
- Ναι!
- Ε δε θα το ντραπώ ρε θειά, δε τα ντρέπομαι τα πλατάνια! Να μου πεις να ντραπώ εκείνον τον Νίκο τον Παπίδα που τον έχω φορέσει εδώ και πέντε χρόνια ένα φέσι με μια φούντα από δω μέχρι τον αστράγαλο, μάλιστα να τον ντραπώ. Τα πλατάνια δεν τα ντρέπομαι εγώ.
- Κι ανεβαίνοντας βρε, πώς θα περάσεις μπροστά από το πηγάδι του Χασάν Αράπη, από κει που το Κοντογιωργέικο σκυλολόι χάλασε τον μακαρίτη τον παππού σου; Δε θα ντραπείς;
- Πάλι να ντραπώ;
- Ναι.
- Το πηγάδι....
- Ναι!
- Να το ντραπώ;
- Ναι!!!
- Ε, όχι ρε θειά δε θα το ντραπώ! Αυτό μου έλλειπε τώρα ν’ αρχίσω να ντρέπομαι τα πηγάδια, να ντρέπομαι τα πλατάνια, να ντρέπομαι τα φραγκόσυκα, να ντρέπομαι τα κουκουνάρια....
- Φτού σου!

16 σχόλια:

artemis είπε...

Μωρε μπράβο...Απίστευτος!

Mari-R1 είπε...

:) ftoy soy kamari moy!

sourfou είπε...

Πραγματικό είναι ή μόνος σου το σκέφτηκες ορε??

The Motorcycle boy είπε...

ΘΕΟΣ !

Ο Καλος Λυκος είπε...

"Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες", έτσι;

Ο Καλος Λυκος είπε...

oooops...stating the obvious...δεν το διάβασα διεξοδικά πρίν postάρω... :)

Godot είπε...

Φυσικά.

ΠΡΕΖΑ TV είπε...

Αυτο θα πει βεντετα!!!

Η μικρή Ολλανδέζα είπε...

άψογος!
Λατρευω το καινούργιο παιχνιδάκι!!

nicola beerman είπε...

Καλο μηνα μαφιοζε...

Λίτσα είπε...

Etsi eimaste oloi emeis oi naftikoi, antilamvaneste.
(sxolio oxi sto post, alla sta epainetika sxolia poy dex8hkate, master and commander)

zero είπε...

Πολυ μου αρεσουν αυτα τα ποστ.

ΥΓ: τα βρισκω πολυ cool.

ζερο.

Serenity είπε...

LOL! :)

mmg είπε...

& tha to ntrapw & tha to xairetisw
KALIMEEEEEEEERAAAAAAAAAAAAAA

marquee de mud είπε...

μακραν οτι καλυτερο εχει παιξει εδω μεσα, κι απ'εξω.

ασε που κολλησα και προφορα οσο το διαβαζα.

Eu-aggelos είπε...

το τελος ηταν κορυφαίο (όχι πως το υπόλοιπο πάει πίσω αλλά λέμε)
ΦΤΟΥ ΣΟΥ!!!