Skip to main content

Χρράααατς! Τον άτιμο!

- Ζερβός: Γεια σ’ Στέλιο!
- Ηλιόπουλος: Μπάρμπα! Βρεεεεε.... Γειά σου μπάρμπα! Πότε ήρθες;
- Ευτούνη τη στιγμή
- Ευτούνη;
- Ευτούνη.
- Για κείνη τη δουλειά που είχες ξανάρθει;
- Τς!
- Αλλά;
- Για του λόγου σου.
- Του λόγου μου; Δηλαδή τί συμβαίνει με του λόγου μου μπάρμπα;
- Άντε τώρα παληκαρά μου, να σε δω και να σε καμαρώσω!
- Πώς να με καμαρώσεις μπαρμπούλη;
- Σαν κουτσοπυργιώτη, σαν άντρα, και προπαντώς σαν γνήσιο Κοντογιώργη. Πιδί του Βαγγέλ’ του Κοντογιώργ’, αγκόν’ του Στυλιανού του Κοντογιώργ’, δισεγκον’ του Σταύρου του Κοντογιώργ’, και σαν ανηψούδι δικό μ’
- Δεν σε καταλαβαίνω μπάρμπα.
- Δεν έμαθες τίποτα για τα φονικά;
- Φονικά, τί φονικά;
- Εψές...
- Ε;
- Στο χουριό....
- Ε;
- Ψηλά στον προφήτ’ Ηλιά... ο ξάδερφός σου....
- Ο Διαμαντής;
- Ποιός άλλος; Απόμεινε κι άλλος;
- Και τί έκανε στον προφήτη Ηλία ο Διαμαντής ρε μπαρμπούλη;
- Είχε μάθει αποβραδίς...
- Ο Διαμαντής;
- Ο Διαμαντής!
- Ότι θα διάβαινε κει κι ο Νότης ο Μακρυκώστας!
- Ώχ ωχ ωχ ωχ ωχ! Λοιπόν;
- Παραφύλαξε λοιπόν, για να πάρει πίσω το αίμα του πατέρα τ’
- Το πήρε, το πήρε;
- Το πήρε! Καθώς εδιάβαινε αυτός ο άτιμος, χυμάει ο Διαμαντής μας, και του καρφώνει το μαχαίρι στην κοιλιά.
- Αααχχχ αχ αχ....
- Καθώς όμως έκανε να φύγει, προφταίνει αυτός ο άτιμος, του ρίχνει μια με το κυνηγετικό, τον πετυχαίνει στο κεφάλι και τον αφήνει στον τόπο.
- Εεεεε.... εεεεεεεε....!!! Εδώ που τα λέμε, φιρί φιρί το πήγαινε κι ο Διαμαντής μας. Γιατί ρε κύριε; Κοιλίτσα είναι αυτή. Την κοιλίτσα μου εσύ; Την κεφάλα σου εγώ! Πώς;
- Χμ. Να! Του γράφει κι ο Νεολόγος.
- Για για για....
- ‘Δω νας!
- «Δύο νέα θύματα της παλαιάς βεντέτας των Κοντογιωργαίων και των Μακρυκωσταίων. Ο χθεσινός διπλούς φόνος στον προφήτη Ηλία του Κουτσόπυργου... Μια βεντέτα που κρατάει ογδόντα χρόνια. Εκφράζονται φόβοι ότι η αλληλοεξόντωση μεταξύ των δύο οικογενειών.... θα συνεχιστεί...»
- Βιβαίως κι θα συνεχιστεί!
- Τί είπες μπαρμπούλη;
- Βιβαίως είπα κι θα συνεχιστεί!
- Δηλαδή πώς θα συνεχιστεί μπάρμπα;
- Άκουσε Στέλιο μου παληκαρά μου...
- Άσ’ το παληκαρά μπάρμπα... Στέλιο λέγε με όσο θες.
- Άκουσε Στέλιο μου παληκαρά μου!! Απ’ τη φαμίλια μας έτσι πως ήρθαν τα πράγματα, αρσενικός μνισκες εσύ μονάχα.
- Γιατί ρε μπαρμπούλη εσύ δεν πιάνεσαι;
- Ιγώ είμαι γέρος πια. Είπαμε λοιπόν. Απ τη φαμίλια μνισκες συ κι από την άλλη, την άτιμη τη φαμίλια, ο Θωμάς!
- Ε, λοιπόν;
- Τί λοιπόν; Κοντογιώργης είσαι, άντρας είσαι, το χρέος σου το ξέρεις.
- Α παράτα μας ρε μπάρμπα.... δεν κάνω γω για τέτοιες δουλειές. Άλλωστε τί μου χει κάνει εμένα ο Θωμάς; Ούτε που τον ξέρω τον ανθρωπάκο. Μέχρι 8 χρονώ που ‘μουνα στο χωριό τον έβλεπα παιδάκι πότε στα χτήματα πότε στο ποτάμι, γιατί δεν μας άφηναν κι απ τα σπίτια μας να μιλάμε, αλλά τελος πάντων τώρα με τον άνθρωπο εγώ δεν έχω τίποτα.
- Ιέχς και παραέχς!
- Τί έχω;
- Είσαι Κοντογιώργης κι είναι Μακρυκώστας!
- Βρε ούτε που τον ξέρω τον άνθρωπο! Και στο δρόμο να τον δω, δεν θα τον γνωρίσω!
- Στέλιο... Ο Θωμάς πρέπει να εκλείψει!
- Μπα λύσσα με τον ανθρωπάκο....
- Ακους τί σου λέω; πρέπει να εκλείψει!
- Ε και γιατί δεν τον εκλείπεις εσύ ρε μπάρμπα που τον ξέρεις και στη φάτσα;
- Εγώ είμαι γέρος!
- Ε και; Στημένη θα του την έχεις. Πάρε μια καρεκλίτσα, κάτσε, και καθώς θα περνάει, μπάμ, τον άτιμο. Αν θέλεις πάλι μαχαίρι, μαχαίρι. Χράτς τον άτιμο.
- Θα τρέμει το χέρι μου.
- Αμ το δικό μου; Το δικό μου να δεις πως θα τρέμει. Άσε με ρε μπάρμπα. Είναι σοβαρές κουβέντες τώρα αυτές; Άσε με κι έχω να κόψω ένα κοστουμάκι.
- Βρε συ!
- Ε;
- Δεν έχεις αίμα στις φλέβες σου;
- Έχω. Έχω και το χρειάζομαι. Άστο εκεί να κυκλοφορεί να κάνει τακ τακ κι η καρδούλα.
- Δηλαδή θες να πεις....
- Θέλω να πω ότι εγώ δεν έχω τίποτα με κανέναν. Δεν θέλω τίποτα από κανέναν, και σας παρακαλώ να μη μ ανακατώνετε σ’ αυτές τις ιστορίες.
- Δηλαδή.... θα τον αφήκεις να ζει;
- Θα τον αφήκω μπάρμπα. Θα τον αφήκω.
- Τότενες... Φλακς!
- Τί;
- Τότενες φιλακς ειπα....
- Από ποιόν να φυλαχτώ μπαρμπούλη;
- Απ’ τον Θωμά.
- Γιατί να φυλαχτώ απ’ τον Θωμά;
- Αμ αν δεν τον ξεκάνεις εσύ κακομοίρη μ’ θα σε ξεκάν’ αυτούνους
- Θα με ξεκάνει;
- Βιβαίους και θα σε ξεκάνει.
- Γιατί να με ξεκάνει μπάρμπα, τί του κανα;
- Σε λένε Κοντογιώργη!
- Ε, να τ’ αλλάξω! Να με λένε Τσάμπερλαιν. Αύριο κιόλας ν’ αλλάξω και την επιγραφή του καταστήματος. Να βάλω απ’ έξω «Στέλιος Τσάμπερλαιν» να ησυχάσει κι ο Θωμάς, να ησυχάσω κι εγώ, να ησυχάσουμε όλοι μας.
- Ακούς τι σου λέω; Ξέκανέ τον εσύ για θα σε ξεκάν’ αυτούνους.
- Μα γιατί;
- Έτσ’ ειν΄η βεντέτα ρε όρνιο....
- Τί βεντέτα και αηδίες και σαχλαμάρες.... επειδή δηλαδή οι γίδες του προπάππου μου μπήκαν στα κτήματα του προπάππου του και φάγαν τα κληματόφυλλα, πρέπει τώρα εμείς οι δύο ν’ αλληλοσφαχτούμε... ελα χριστός και παναγία... τί διαφορά έχω εγώ με τον Θωμά; Δύο οκάδες κληματόφυλλα; Έ να του στείλω εκεί πέρα τέσσερις οκάδες ντολμάδες γιαλαντζί να πατσίσουμε.
- Κι το αίμα που χύθηκε;
- Ένας λόγος παραπάνω μπάρμπα! Ακούς εκεί... Ογδόντα χρόνια αλληλοσκοτωμός στα καλά καθούμενα. Εδώ τέλος πάντων μέσα σ’ αυτά τα χρόνια που έγιναν κι οι μεγαλύτεροι πόλεμοι, ε, τα κράτη συμφιλιώθηκαν, οι έχθρες ξεχαστήκανε, και όλοι τέλος πάντων λένε πάμε για μια παγκόσμια ειρήνη. Και θα μείνω μόνο εγώ και ο Θωμάς σ’ ολόκληρο τον πλανήτη σε εμπόλεμο κατάσταση; Άσε με... είναι πράγματα τώρα αυτά ρε μπάρμπα; Όχι έτσι είναι. Τρέλα λέμε δηλαδή τώρα;
- Καλωωως.... Καλώς..... Άμα σε ξεκάνει όμως, μου στέλνεις τα χαιρετίσματα.
- Γιατί να με ξεκάνει; Λοιπόν. Πρώτα πρώτα, πως θα με ξεκάνει; Όπως δεν τον ξέρω εγώ στη φάτσα, έτσι δεν με ξέρει κι αυτός.
- Και δύσκολο είναι ρε όρνιο να ‘ρθει στην Αθήνα να ρωτήσει να μάθει, και να ‘ρθει να σε βρει;
- Να ‘ρθει στην Αθήνα;
- Βιβαίως!
- Δηλαδή ν’ αφήσει τις δουλειές του, τα κτήματά του, το σπίτι του, να ‘ρθει στην Αθήνα να βρει εμένα που δε με ξέρει, που δεν τον ξέρω, που δεν του χω κάνει τίποτα, να με σκοτώσει, να πάει και φυλακή από πάνω; Ααααν δηλαδή δεν του κάνω κι εγώ καμία ζημιά! Γιατί τέλος πάντων κι εγώ άνθρωπος είμαι, άμα δω τα σκούρα, θ’ αρπάξω την ψαλίδα κι ότι προλάβω θα του το κόψω!
- Γι΄αυτό σου λέω: Αντί ψαλίδα και βελόνα, πάρε ένα μαχαίρι, και χρρράαατς! Τουν άτιμου!
- Γυρεύοντας να πάω μπάρμπα;
- Αν δεν πάς εσύ θα ‘ρθει αυτούνους!
- Στην Αθήνα;
- Ναι!
- Να με ξεκάνει;
- Ναι!!
- Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα...
- Γίνουνται! Θα γίνουνε και θα ‘ναι μέρα μεσημέρι. Θα ‘ρθει στην Αθήνα λοιπόν, θα μάθει την διεύθυνσή σου, θα δει απ’ έξω και το «Στυλιανός Κοντογιώργης» ...
- Αυτό είπαμε θα τ’ αλλάξουμε - θα το κάνουμε Τσάμπερλαιν.
- Μωρεεε Τσάμπερλαιν – Μάμπερλαιν, αυτούνους θα σε ξετρυπώσει. Θα ‘ρθει λοιπόν με την κουμπούρα στην κωλότσεπη, και καθώς δεν τον ξέρεις εσύ, και καθώς είναι και μμπαμπέσης και βρωμόσκυλο του κερατά, θα μπει στο μαγαζί σ΄και θα σου πει:
- (Μπαίνει ο ψηλός) : Στέλιος Κοντογιώργης;
- (χάνεται ο Ηλιόπουλος πίσω απ’ τον πάγκο)
- Ζερβός: Τί έπαθες ρε ρεντίκολο της κενωνίας;
- Ηλιόπουλος: Ο Θωμάς; Ο Θωμάς είναι;
- Όχι ρε, ένα χαρτί σι έφερε ο άνθρωπος.
- Χαρτί; Χε χε.... ορίστε κύριε... με συγχωρείτε, είχε πέσει εδώ ένα.... με συγχωρείτε πολύ.
- Ψηλός: Εδώ σ’ εσάς εργάζεται η δεσποινίς Αικατερίνη Λουλουτζή ε;
- Ηλιόπουλος: Αικατερίνη; Α, η Τούλα μάλιστα.
- Ψηλός: Της δίνετε σας παρακαλώ πολύ αυτό;
- Ηλιόπουλος: Πολύ ευχαρίστως κύριε... Τίποτ’ άλλο δε...
- Ψηλός: Τίποτ’ άλλο κύριε Κοντογιώργη μου. Χαίρετε. Χαίρετε κύριέ μου.
- Ηλιόπουλος: Στο καλό... Φιου.... Άντε ρε μπάρμπα.... Άντε ρε μπάρμπα! Που ‘ρθες πρωί πρωί να με τρελάνεις, θα με κάνεις να πάθω μανία καταδιώξεως! Θα βλέπω άγνωστο άνθρωπο και θα σπαρταράει η καρδιά μου σαν παλαμίδα. Ακούς εκεί θα ‘ρθει απ’ το χωριό στην Αθήνα να με σκοτώσει....
- Και πώς πήγε ο άτιμος ο πάππος του και βρήκε τον πάππο σου στα Σλάναγα και: μπάμ! Τον ξέκανε τον άνθρωπο;
Και πώς πήγε ο θείος ο Βαγγέλης στο Καρπενήσι και βρήκε εκείνο τον Νικήτα τον Μακρυκώστα και: Χρρραααααάτς! Τον άτιμο!;
Και πως
- Αααα.... άσε με μπάρμπα άσε με λοιπόν!
- Ιγώ, είπον κι ελάλησον κι αμαρτίαν ουκ έχω. Ένα μόνο σου λέω και πάρτο στα σοβαρά: Φυλάξου!
Φυλάξου γιατ’ όλ’ οι Μακρυκωσταίοι είναι άτιμα σκυλιά.
Φυλάξου γιατ’ όλ’ οι Μακρυκωσταίοι είναι μοβόροι!
Φυλάξου γιατ’ όλ’ οι Μακρυκωσταίοι είναι... είναι μαύρες ψυχές και είναι και μμπαμμπέσηδες! Πολύ μπαμπέσηδες!
- Μπαμπέσηδες ε;
- Μπαμπέσηδες!
- Και αιμοβόροι;
- Και μοβόροι!
- Κι ο .... Θωμάς μοβόρος;
- Αμ, τί θα ‘ναι κι αυτός; Το μήλο κατ’ απ’ τη μηλιά θα πέσει.
- Τώρα βέβαια θυμάμαι.... Θα μου πεις... παιδάκια είμαστε.... αλλά... και τα παιδάκια – πως; ..... από παιδάκι φαίνεται ο άνθρωπος. Εκεί στο ποτάμι, η μανία του να ξεκοιλιάζει τα βατράχια....
- Ιέτς θα σε ξεκοιλιάσει κι εσένα: Χρρρααααατς!
- Ααα αααασε με μπάρμπααα άσε με!
- Ιγώ στα είπα. Κάνε κουμάντο μόνος σου. Πρόλαβε ή φλάξ!
- Ε... δε μου λες μπάρμπα; Τώρα εσύ πότε θα γυρίσεις στο χωριό;
- Λέω... να μείνω σήμερα κι αύριο, και μεθαύριο πρώτα ο θεός....
- Χμ.. κοίταξε μπάρμπα τώρα που θα πας στο χωριό, κοίτα κει να δεις πώς είναι τα πνεύματα ε; Κι αν δεις, ξέρω γω τον Θωμά εκεί κι ετοιμάζει καμιά βαλίτσα, πάτα μου ένα τηλεγραφηματάκι ρε μπαρμπούλη να δω κι εγώ που θα καταχωνιαστώ....
- Κρίμα σ’ εσένα. Κρίμα στο όνομα που σηκώνεις στην πλάτη σ’... Άιντε... Ας πηγαίνω. Κι αφού δεν είσαι ικανός για τίποτ’ άλλο, φιλάξ!
Άιντε... να πηγαίνω κι εγώ...
- Φεύγεις μπάρμπα; Στο καλό... στο καλό. Α, δε μου λες... σε ποιό ξενοδοχείο θα μείνεις; Στο Μυκηναικόν;
- Στο Λευκόν Οίκον!
- Στο Λευκόν Οίκον.... όχι μήπως χρειαστεί να κάνουμε κάτι... να κάνουμε καμιά επαφή να συμβιβαστούμε τέλος πάντων, να ξεμπερδεύει αυτή η υπόθεση. Σαχλαμάρες τώρα...
- Κρίμας... Κρίμα σ’ εσένα. Ααααχ κι να ‘χα τα νιάτα σ’.... Θα τράβαγα ένα μαχαίρι και : μπάμ!
- Ε όχι μπάμ το μαχαίρι ρε μπάρμπα, χράτς! Έτσι το ‘χαμε ως τώρα! Όχι όποτε θέλουμε να τ’ αλλάζουμε!
- Κρίμας, κρίμας κρίμας κρίμας.....

[...]

- Διανέλλος: Γειά σου ρε Στέλιο!
- Ηλιόπουλος: Γειά σου πατρίδα....
- Τί γίνεται με το πανωφόρι;
- Έτοιμο το ‘χω κύριε Περδικούλη, ένα σιδερωματάκι να του κάνω και θα στο στείλω στο ξενοδοχείο...
- Κοίτα μη δε μου το στείλεις σήμερα γιατί αύριο το μεσημέρι φεύγω.
- Όχι έννοια σου, έννοια σου θα στο στείλω κύριε Περδικούλη μου.
- Εντάξει.
- Στο καλό ... δε μου λες, κύριε Περδικούλη, πότε είπες φεύγεις;
- Αύριο το μεσημέρι.
- Για το χωριό;
- Εμ για το χωριό βέβαια.
- Ααα μου κάνεις μια χάρη κύριε Περδικούλη σε παρακαλώ;
- Αμέ, φτάνει να περνάει απ’ το χέρι μου.
- Περνάει, περνάει. Δηλαδή... όχι σπουδαία πράγματα... επειδή όπως έμαθα στο χωριό έγιναν μεγάλα πράματα...
- Τί έγινε;
- Να... ο.. Διαμαντής ο δικός μας και ο Νότης ο Μακρυκώστας σφαχτήκανε στον Προφήτη Ηλία.
- Τί λες μωρέ παιδί μου; Και πότε γίνανε αυτά;
- Ε.. το... χτές γίνανε.
- Πώς;
- Το πώς θα το μάθεις καλύτερα από μένα στο χωριό.
Εκείνο που θέλω, από σένα κύριε Περδικούλη μου, είναι τώρα που θα πας στο χωριό, να πας να βρεις τον Θωμά τον Μακρυκώστα εκ μέρους μου...
- Το.. Θωμά τον Μακρυκώστα είπες;
- Ναι... να... του πεις...
- Εδώ είναι!
- Εδώ είναι;
- Εδώ!
- Ο.... Θωμάς;
- Ο Θωμάς.
- Ο.... Μακρυκώστας;
- Ο Θωμάς ο Μακρυκώστας.
- Πότε ήρθε;
- Δε θα ‘ναι μισή ώρα. Τώρα, τώρα. Μόλις έβγαινα εγώ απ’ το ξενοδοχείο για να ‘ρθω εδώ, έμπαινε ο Θωμάς με τις βαλίτσες του.
- ....Ώστε ήρθε στην Αθήνα ο άτιμος ε;!
- Μην τον βρίζεις... καλό παιδί ο Θωμάς.
- Καλό; Καλό!... Πες του όμως χαιρετίσματα... ότι ο Στέλιος ο Κοντογιώργης κρατάει και μια ψαλίδα στα χέρια του.... που κόβει υφάσματα.... αλλά κόβει και λαρύγγια! Τα λαρύγγια των άτιμων σκυλιών!
- Ψυχραιμία ρε Στέλιο!
- Έτσι να του πεις κύριε.....
- Τί να σου πω; Εγω.... εγώ το.....
- Όχι θα κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια πες του χαιρετίσματα!
- Στάσου μωρέ Στέλιο μην κάνεις έτσι....
- Εγώ.... δεν με ξέρεις καλά εμένα!
- Εγώ... τι να σου πώ εγώ.... εγώ δεν θέλω ν’ ανακατεύομαι σ’ αυτά.... μόνο σε παρακαλώ Στέλιο μου... το παλτό.
- Μμμμ.... έννοια σου, έννοια σου και ...
- Άντε γειά σου παιδί μου....

Comments

roidis said…
έχω στ' αυτιά μου ακόμα αυτη την τόσο ευρηματική στοιχομυθία...
Epsilon said…
Καλημερούδια πρωϊνέ τύπε, ωραίοι διάλογοι!
Deranged said…
... το παράθυρο πατιέται ?

Καλημέρα!!
Να 'σαι καλά,

μου φτιαξες το πρωινό, πράγμα δύσκολο...
Νυχτερινός Τύπος γαρ!
zero said…
Καταπληκτικο Ποστ!

Διαλογοι και χαρακτηρες αδαμαντινοι.
Σε πληρη αντιθεση απο τα σημερινα σκουπιδια και αθλιοτητες που βλεπουμε.

ζερο.
mo said…
χαχα Πολύ γέλιο είχε αυτό...
μου θυμισε Ελληνική ταινία...
Καλημέρες...
Nada said…
Μόνο και μόνο για σπάσιμο, θα σου στέλνω DVD ελληνικών κωμωδιών στο σαπιοκάραβό σου!!!

Αει στο καλό, πάλι μου έφτιαξες τη διάθεση!!!
Καλέ τι ωραία ηχητικά εφε που είχαν και τότε... χρατσ... τακ τακ... χεχε... φιου...!!!
Afrikanos74 said…
χαχαχαχα!

απορώ με την υπομονή σου!

Μπράβο σου πάντως, τέλειο!
mmg said…
emena oute ena tsitato apo falakro praktwr 000 vol1-vol2 & gamprous tis eftyxias.
mou-traaaaaaaaaaaaaaaaa
de xerw an tha sou milaw gia ta epomena,mmmmm 28-mporei & 29-lepta

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…

5. Κινητή Άμμος.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.
2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό. 3. Όλα Τα Όμορφα, Άλογα.
4. I'm in parties
Ο Μπερτόδουλος, τα έφτιαξε με τη χοντρή!.
Αυτό κι αν είναι είδηση. Θα μου μείνει αιώνια απορία πώς συννενοήθηκαν για κάτι τέτοιο. Τι έγινε εκείνο το βράδυ στης χοντρής Στέλλας. Ή Αλεξάνδρα την έλεγαν; Η Μάρα με εμένα ήταν η φυσική κατάληξη των πραγμάτων αλλά το παρελθόν μας ήταν κλειδωμένο. Τίποτα δεν έμπαινε εκεί. Μπετόν αρμέ. Όλοι ανακουφίστηκαν με το happy end του έργου μας, την συλληπηθήκαν για τον χαμό του Φίφη - ποιός χέστηκε, και ο προβολέας γύρισε τελικά στον Μπερτόδουλο και την μόνη φορά που τον βλέπαμε με γυναίκα. Την προηγούμενη φορά, τον είχε συνοδεύσει ο πατέρας του. Συνοδός. Μία στο στρατόπεδο και μερικές στο σπίτι.Έτσι τον έκανε άντρα. Χωρίς κόπο. Άνεσις. Η χοντρή έμεινε έγκυος από έναν Κώστα που μου είχε φτιάξει κάποτε τη μηχανή στο Νέο Κόσμο, και θεώρησε έξυπνο να το φορτώσει στον Μπερτόδουλο, που του άλλαξε η ζωή σε δεκαπέντε δεύτερα και αποφάσισε ακαριαία να πεί ν…