Παρασκευή, Μαΐου 05, 2006

Ενός Καπέλου Νειάτα - part II

2ο ημίχρονο.

Προς το τέλος γυμνασίου, ήρθε η εποχή των καταλήψεων.
Αργότερα η μόδα πρόσταζε μία ανά βδομάδα. Τότε, το ’90, του χαμού.
Με βρώμικο ’89 πίσω μας, ειδικά δικαστήρια, λερωμένα τα κόκκινα εντός και εκτός βουλής, Bela Lugosi & Menios are dead, ένα Μητσοτάκι να πλανιέται πάνω από την Ελλάδα και τη Μελίνα να χαστουκίζει τον Λεωνίδα στα έδρανα (ή τον έφτυσε; - δεν θυμάμαι).

Φάτε τον Κοντογιαννόπουλο το κοινό αίτημα. Αλήθεια ζει αυτός; Τί; Τον φάγανε άλλοι πιό εύκολα; Άσε, κατάλαβα...

Μαζευτήκαμε λοιπόν οι γνωστοί School gangsters στη Wing – το μόνιμο στέκι μας.
Τί πρότεινα κι εγώ να μαζευτούμε εκεί με τα παιδιά του σχολείου; Μέγα λάθος. Είχαμε ένα στέκι και μεις σαν άνθρωποι, το ‘μαθαν όλοι οι του σχολείου, η συνήθεια έγινε λατρεία, το μπασταρδέψαμε άσχημα το στέκι μας εκεί που είχε βρει τη θαυμαστή του ισορροπία.

Η Νύχτα των Στρατηγών έγινε τέλη Νοέμβρη αν θυμάμαι καλά και ως εκκολαπτόμενοι project managers είχαμε προβλέψει τον απαραίτητο εξοπλισμό, δεν ήπιαμε σχεδόν καθόλου, με εξαίρεση εμένα. Ε, στο στέκι μου ήμουνα, και πιές κύριε Σκουντρή μου, ήρθα κι έγινα σούπα.
Λέω λοιπόν κατά τις 11 να πάω σπίτι να ισιώσω για καμιά ώρα και κατά τις 1 – 1:30 ραντεβού στην απέναντι γωνία από την κεντρική πύλη.

Mission Impossible.
Mission Impossible Time: 03:00am CET(+2)

Ντριιιιιιιιιιιν !!!!
- Που είσαι ρε μαλάκα;
- Ε;
- Σε περιμένουμε στο σχολείο!
- Τί έχουμε πρώτη ώρα; Α, ναι. Τώρα. Έφτασα!


Διακτινίστηκα απ’ έξω. Ετοιμαστήκαμε λοιπόν, σηκώσαμε τα πανώ και ξεκινήσαμε κατά τις τσιμινιέρες του γκρι σχολείου μας.
Είμασταν έτοιμοι να πηδήξουμε τα κάγκελα στο φτερό, αλλά η διεύθυνση του σχολείου έκανε κάτι ομολογουμένως έξυπνο για να αποφύγει την κατάληψη:Έβγαλε την μία πόρτα από τις δύο πόρτες! Απλούστατο! Κλείστε το τώρα!
Κοιταχτήκαμε σαν ξεφουσκωμένα λάστιχα.

Θα δούμε τί θα κάνουμε είπαμε και προχωρήσαμε.
Σκαρφαλώσαμε στον πρώτο όροφο, καθ’ ότι υπήρχαν 4 καγκελόπορτες με λουκέτο στις σκάλες προς τα πάνω και πήγαμε καρφί στο δωματιάκι που κοιμόταν ο επιστάτης – φύλακας.
Νομίζω τον έλεγαν Σταμάτη και έμοιαζε στο Ζοχάδα τον επιστάτη από τη Βαβούρα.
Καμιά δεκαριά απ’ έξω έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την σθεναρή αντίσταση του κυρ Σταμάτη, ίσως και βία και χτυπάμε την πόρτα.
Ανοίγει σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Μόνο το λευκό σκουφάκι ύπνου του έλειπε.
- Τι θέλετε ρε;
- Κύριε Σταμάτη, κάνουμε κατάληψη στο σχολείο.
- Και γι’ αυτό με ξυπνήσατε; Ρε α παρατάτε με.
ΣΛΑΜ! (η πόρτα)

Κοιταχτήκαμε σαν γελάδια που βόσκουνε στις όχθες του Γουαδαλκιβίρ και προχωρήσαμε στην επόμενη φάση του σχεδίου.
Στην κεντρική καγκελόπορτα ξεκίνησα την καριέρα μου ως Μαγκάιβερ.
Μια πιό κοντή πόρτα που υπήρχε πιό μέσα σαν δεύτερη είσοδος ταίριαξε μια χαρά.
Μέσα από τα κάγκελα περνούσαν θαυμάσια τα θρανιοπόδια τα οποία λυγίζοντάς τα με χάρη προς τα μέσα, αγκάλιαζαν τρυφερά την πόρτα. Φέρτε τα τανκς.
Το γλυπτό - πλεκτό με τα θρανία και τις πόρτες ήταν κάτι που θα μπορούσαμε να το στείλουμε στην Μπιενάλε αλλά δεν προχώρησε αυτό το concept.
Δεν έφταναν κι οι αλυσίδες για την πίσω πόρτα, η οποία κλειδώθηκε τελικά με ένα κρυπτονάιτ από μηχανή. Αναμνηστική φωτογραφία από κάποιον που έφερε και μηχανή, smile: Click+Click. Mηχανή + Kτυπτονάιτ. Έτοιμοι. Κούκλα η Μαρίτσα.

Εν το κουνάμε απ’ επαέ α δε γροικήσετε τα ‘τήματά μας!

Ξημερώνοντας, περιμέναμε την άφιξη των επισήμων, με μια διέγερση σαν ελληνικός καφές την ώρα που φουσκώνει και απειλεί να χυθεί.
Είχαμε ικανό αριθμό κόσμου ήδη αλλά περιμέναμε και τα γυναικόπαιδα να γίνει το απαραίτητο μπούγιο.
Σαν παρθένες στο πρώτο ραντεβού ήταν οι περισσότεροι, με εξαίρεση τον σκληρό πυρήνα των 5-6 ατόμων, ανάμεσά τους και τα μούτρα μου. Ένα πρόβλημα τη φορά. Καταρχάς πως θα πιούμε καφέ γιατί χωρίς καφέ ο αγώνας κινδυνεύει και η επανάσταση δεν έχει μέλλον.
Το ιερατείο των γυμνασίων και λυκείων που στέγαζε το γκρι κάστρο κατέφθασε και ζήτησε την οργανωτική επιτροπή. Βγήκα εγώ, ο Νίκος, ο Τάκης, και μερικοί ακόμη που τώρα δεν τους θυμάμαι – ου γαρ έρχεται μόνον.
Μόλις μας είδαν κούναγαν όλοι το κεφάλι πάνω κάτω επιτιμητικά, σε Slow motion – σαν τα διακοσμητικά σκυλάκια στα αμάξια – με ένα σαρδόνιο χαμόγελο και λοξές ματιές μεταξύ τους. Σαν να είχαν βάλει στοίχημα – κάποιος κέρδισε, κάποιος θα πληρώσει τους ελληνικούς στο απέναντι καφενείο.
Η κα. Λύκαινα (του δικού μας Λυκείου που θα πήγαινα του χρόνου) έρχεται πατημένη με φωνή σε κόντρα Σι.
Κοπράνο Κολορατούρλα, κι αρχίζει:
- Τί κάνετε εδώωω;
- Μπουλκουμέδες!
- Σοβαρευτείτεεε!. Γιατί το κάνετε αυτόοο;
- Να περιμένετε την έκδοση της ανακοίνωσης της οργανωτικής επιτροπής της καταλήψεως. Θα εκδοθεί μέχρι το μεσημέρι. Στο σχολείο δεσμευόμαστε πως δεν θα υπάρξει η παραμικρή ζημιά το οποίο θα σας παραδοθεί και γραπτώς.

Παύση.

Στραβώνει λίγο το κεφάλι σαν γερμανικός ποιμενικός που δεν καταλαβαίνει τί παίχτηκε τώρα, μαζεύει τις φιλενάδες της και βουρ για το καφενείο.
Ο Νίκος δίπλα με κοιτούσε κάνα λεπτό και το σαγόνι του θύμιζε Γκμόχ.
- Τί της είπες ρε ;
- Τί; Δεν θα βγάλουμε ανακοίνωση; Προκήρυξη; Μανιφέστο;
- Και τί θα γράψουμε;
- Τα πάντα – πετάχτηκε ο Τάκης – και ανεβήκαμε σκαρφαλώνοντας στον πρώτο σε μια τάξη και αρχίσαμε να γράφουμε.

Ήθελε να μπει η κυρά Μαγδάλω του Γυμνασίου να πάρει σημαντικά έγγραφα – λέει.
Μπήκε με συνοδεία του Τζακ (Ιάκωβος) που ήταν παιδί-νταμάρι με μερικούς ομοίους του. Εμείς παρατηρητές. Αλλά να, είναι που ώρες ώρες είμαι σαν τον Ηλία του 16ου. Έχω το διάλο μέσα μου :
Ανοίγει σινάμενη – κουνάμενη η μανδαμ την καγκελόπορτα που οδηγεί επάνω και ανεβαίνει στο γραφείο της. Κοιτάω, το λουκέτο το άφησε ανοιχτό. Υπέροχα.
Τρέχω παίρνω άλλο όμοιο, το κρεμάω στη θέση του πρώτου και συνεχίζω να περιμένω να κατέβει. Καμιά 20αριά άτομα έχουν χτυπιούνται στα γέλια.
Κατεβαίνει η Θάτσερ, κλείνει την καγκελόπορτα, κλειδώνει το λουκέτο, το ελέγχει και γυρνάει να δει προς τί ο γέλωτας. Ισιώνει την ανωτερότητά της και προχωρεί προς τα έξω. Μέχρι να επιστρέψει στο καφενείο οι όροφοι είχαν γεμίσει κόσμο. Γκάσπ!

Αμέσως μετά, χακέψαμε τον πίνακα του ΟΤΕ, συνδέσαμε τηλέφωνο και παίρναμε από το καφενείο όλα τα νούμερα του Χρυσού Οδηγού να δούμε ποιό νούμερο έχουμε.
Μετά γίναμε επιλοχίες και βγάζαμε νούμερα στις πύλες. Ε, ρε τί τραβήξανε μερικοί μερικοί. Βρήκαμε εξουσία και μεις και τους κάναμε παγωτό το βράδυ. Μετά κάναμε εμείς τα βραδινά γιατί περνούσαμε καλύτερα.
Στήσαμε υπόστεγα με παλιούς πίνακες στις πύλες και καθόμασταν ο ένας πάνω στον άλλον να ζεσταθούμε αφού αν φέρναμε τα βαρέλια με τη φωτιά πιό κοντά ντουμανιάζαμε.
Βγάλαμε έξω τη μικροφωνική, τη στήσαμε στον 3ο όροφο με τα ηχεία προς το τετραγωνισμένο εσωτερικό το οποίο λειτουργούσε ως έξτρα ενισχυτής και σάλταρε την Νέα Σμύρνη. Το πρώτο πρωί που το βάλαμε μπρος παίξαμε κάτι ρεμπέτικα προς τιμήν ενός μαθηματικού που κοπάναγε απέναντι κρασάκια στις 8 το πρωί. Μας το ανταπέδωσε με ζεμπεκιές στο πεζοδρόμιο. Εξαιρετικός.
Γενικά κάναμε διάφορα αλλά δεν έσπασε ούτε σπίρτο απ το σχολείο - στις αρχές.
Επιπλέον, την ανακοίνωσή μας την διάβασε ο ίδιος ο μεσιέ Κοντογιαννόπουλος από το βήμα του τότε ΣΚΑΙ 100,4 εκθειάζοντάς την, οπότε τί να μας καταλογίσει κανείς;;;
Με φωτοστέφανο κυκλοφορούσαμε και έξω το στήθος πίσω οι ώμοι, όταν ένας παλιός αριστερός φυσικομαθηματικός μου έριξε την κεραμίδα: «το καπελάκι που φορείς, πρόσεξε μη σου φτάσει μέχρι τον αστράγαλο».


μουμπλε μούμπλε......

to be continued

Δεν υπάρχουν σχόλια: