Skip to main content

One more man gone...

Ούτε που θυμάμαι πως γνωριστήκαμε. Θυμάμαι όμως όταν ήταν ένας χοντρούλης με ένα στυλάκι πολύ πιο ζωντανό από την υπόλοιπη παρέα που οι μισοί είχαν ύφος ξυνού μάγκα, bad motor rider, Rainbow, Lemmy, ZZ, leather με κρόσι – σιγά θα πατήσεις τα κορδόνια σου.
- Ο Sandy.
- Ο ποιός;
- Ο Sandy!
- Ρε δε με χέζετε; Πως σε λένε παλικάρι μου;
- Κυριάκο.
- Ε, Κυριάκος. Άκου Sandy!
Διάλογος μεταξύ εμού, Κυριάκου και Αντρέα Μαυροδάφνη - και μετά την τουρκοκρατία τα παρατσούκλια-επίθετα έτσι βγαίνουν.Με τον Κυριάκο γνωριστήκαμε επισήμως αφού είχαμε βρεθεί πρωτύτερα πολλάκις σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις αλλά τότε λόγω αφραγκιάς πίναμε «τσάι» (=ούζο+Coca Cola) που φτούραγε, μέχρι που μάθαμε το ούζο-πορτοκάλι οπότε το ρεπερτόριο διευρύνθηκε. Ο Αντρέας ήταν ο μεγαλύτερος και όταν η μαμά πατρίδα το έβαλε αμέτι μου χαμέτι να τον κάνει άντρα, ο Αντρέας έβαλε το δισάκι του στον ώμο για το δρόμο – για το δρόμο. Ο δρόμος τον έβγαλε στο Λονδίνο (γιατί άραγε) , και όλοι είχαμε ανοιχτή πρόσκληση για τα ξένα αν θέλαμε να πατήσουμε στα χνάρια του Αντρέα, ο οποίος ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ δυο υπό-παρεών. Πάει ο κρίκος, πάει η μισή παρέα. Κανείς δεν στενοχωρήθηκε.
Κολλήσαμε με τον Κυριάκο. Σπίτι μου, σπίτι του, μόνο σεξ δεν κάναμε – αν και κάποτε πουλήσαμε ένα παραμύθι σε κάτι γκόμενες ότι είμαστε ζευγάρι: Πανικόβλητη αποχώρηση γυναικόπαιδων – είπαμε μην το ξανακάνουμε και μας βγει το όνομα – το ξανακάναμε συχνά. Εγώ κουβάλαγα την παλαβομάρα πιο αθόρυβα συνήθως, ο Κυριάκος ανάποδα. Εγώ στα μαύρα-μαύρα-μαύρα-μωβ αυτός σε λαχανί-κόκκινο-κίτρινο-γκρενά-σιελ-μωβ. Το μωβ έπαιζε πάντα.
Η ειδική απόχρωση «Μωβ-Πεθαμενί».


Δεν σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη.

Το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη ήταν δική μου ιδέα. Τα είχα με την μεγαλύτερη κόρη ενός ταξίαρχου που μετατέθηκε εκεί και πως να είχα πια σοβαρό σκοπό; Έλα μου όμως που με τη μικρή κόρη και πρώην συμμαθήτρια είχαμε συχνό mail, χωρίς το e-, ρομαντικές εποχές. Παρασκευή πρωί μετρήσαμε τί λεφτά έχουμε – είχαμε παραδόξως – και πως θα πάμε Σαλόνικα με επιστροφή Δευτέρα. «Ωτο Στοπ» πέταξα ο ηλίθιος. «Αλλά πρέπει να βγούμε εθνική οδό». «Ξέρω εγώ» ο άλλος ηλίθιος. «Θα πάρουμε το τάδε λεωφορείο που βγάζει καρφί εθνική».
Όπερ και εγένετο:
Μα να μη σταματάει κανένας;
- Ρε Κυριάκο που είμαστε ρε μαλακα;
- Εθνική ρε.
(σε παππούλη περαστικό)
- Με συγχωρείτε ποιά περιοχή είναι εδώ;
- Από δω βγαίνεις Πατήσια, από κει
- Κατάλαβα – Ευχαριστώ – Κυριακοοοοοοοο!!!.


Είχαμε πιει ένα Metaxa *** ο καθένας μέχρι να μπούμε στο τραίνο. Εκεί βρήκαμε μια ρεμπετοπαρέα παλιών. Ο Κυριάκος super τραγουδιστής-performer ξέροντας όλα τα ρεμπέτικα απ’ έξω μπήκε στη μέση μεταξύ ενός Ανέστη Βλάχου κι ενός Νίκου Φέρμα. Αριστούργημα! Μπύρες, Μπαγλαμάς, Μπάχαλο! Ξημερώματα μάλλον θα διακτινιστήκαμε στο καφέ του σταθμού. Κενό μνήμης γαρ. Κυριάκος με σάντουιτς στο στόμα κολλημένος στην άλλη άκρη που έρχεται κατά πάνω του. Σχίζα. Κυριάκος δεν ξεκολλάει και εγώ θέλω περίπτερο και τσιγάρα. Με κοιτάω σε ένα τζάμι και είμαι σαν πατσαβούρα - μου έρχεται να φωνάξω πολιτσμάνο. Ανοίγω πόρτα σταθμού και μένω κόκκαλο. 15 με 20 περιπολικά απ’ έξω. Rewind και στο τραπέζι.


- Κυριάκο, έξω είναι καμιά τριανταριά περιπολικά (να και οι σάλτσες).
(Με το σάντουιτς)
- Πακέτο. (Καμία επαφή)

Έξω από την πόρτα σταματάει ένα και τότε κατάλαβα πόσο μεγαλείο μπορεί να έχει μια μαλακία:
- Έλα σήκω. Ταξί είναι.
- Σιγά μην είναι και ο Πέτρος ο Παυλόγιαννης. (Γέλιο Κυριάκου που το κολλάς κι εσύ θες δε θες – σαν το χασμουρητό).
Κλασικό internal joke μας. Δεν είχαμε ιδέα ποιός είναι ο Πέτρος ο Παυλόγιαννης αλλά τον μνημονεύαμε πάντα. Σούρρρεαλ. Όπως πάντα.

Τηλέφωνο (με κέρμα) στην μικρή, ραντεβού στον Λ.Π. αφού είναι το μόνο που ξέρουμε από Σαλόνικα, να μας μαζέψει.
Φτάνουμε απέναντι σε κάτι αναψυκτήρια και πέφτουμε σε γυναικοπαρέα επιστρέφουσα από ξενύχτι με αγριούτσικες διαθέσεις. Ο Κυριάκος ξενέρωσε από το ποτό και άρχισε το μπίρι μπίρι. Ήταν του καμακιού – δεν τον κράταγες – αλλά με ωραίο τρόπο. Όχι τύπου «You are beautiful - I Love you». Ωραία. Πρωτότυπα και με κέφι original χωρίς σώνει και καλά να πέσει ανάσκελα η άλλη. Απλά να γίνει κάτι ωραίο.Έχει κολήσει γκόμενα με ατάκα : «Γιατί πιστεύεις ότι τα κατσαβίδια είναι άψυχα;» θέμα που μας προβλημάτισε για καιρό στην κοινότητα Ανωνύμων Σουρρρεαλιστών.
Η μικρή αργούσε, θα βρισκόμασταν το μεσημέρι, ας βολτάρουμε στην συμπρωτεύουσα. Βρήκαμε μια πλατεία, μας άρεσε, παρκάραμε τα τομάρια μας, μεσημέριασε, τηλέφωνο στη μικρή.

- Που είστε;
- Εεεε, έχει ένα τέτοιο εδώ, είναι κι ένα τοιχάκι έτσι...
- Στη Ναυαρίνου! Ρε πούστη μου! Πάλι στα Εξάρχεια βρεθήκατε; Με τη μυρωδιά το βρήκατε;

Με τη μικρή εγώ ήμουν ζεστός όσο δεν την έβλεπα. Μόλις την είδα, μου πέρασε. Περίπου. Βόλτα, φαγητό και μπαρότσαρκα. Μπαίνουμε σε ένα επειδή εμένα «θα μου αρέσει» και μένω αυγό: Ένας τοίχος ολόκληρος η αφίσα απ’ τα «Φτερά του Έρωτα» του Βέντερς. Βγάζω χαλάκι, προσκυνώ, παραγγέλνω στον δισκοαναμίκτη Cave και μου ‘ρχονται 3 μπύρες κέρασμα επειδή είμαι Caveικός! Γιατί έτσι μας αρέσει! Μιλάμε για το Berlin φυσικά - τελευταία δεν ακούω καλά νέα για αυτό. Έρχεται και η μεγάλη αδερφή που μας έμεινε το romance στη μέση, υπό τους αγγέλλοι, πίνοντας απ΄ τη στέρνα, με Cave, με Κυριάκο να χτυπιέται, μια παρέα αφεντικά και δούλοι σκατά γινήκαμ’ ούλοι, η μεγάλη με βουτάει θρασύτατα έχουσα προτεραιότητα, ας αφήσω εδώ την τελευταία μου πνοή – δε με χαλά καθόλου.

Το άλλο βράδυ σ’ ένα σπίτι με πολύ κόσμο, οι μισοί από ένα γκρουπάκι που είχανε τσακίσει τους Dead Kennedy’s με την λεβέντικη - και επίκαιρη τότε - version του «California uber alles» σε «Macedonia uber alles», η μικρή αξιοπρεπής, η μεγάλη εκεί με το επίσημο amore της · συναντηθήκαμε στην κρεβατοκάμαρα στα μπουφάν και παραλίγο να γίνουμε Βέρα στο Δεξί. Κάτι πρέπει να κατάλαβε το επίσημο amore και οι φίλοι του γιατί φοβήθηκα λίγο για τη σωματική μου ακεραιότητα αλλά μάλλον τους υπερτίμησα. Σαλάτα: η μικρή νομίζει ότι ανέβηκα για εκείνη – όντως – και να ποζάρει και λιγάκι, με τη μεγάλη να κοιταζόμαστε και να παίζουν τα βιολιά, μπάχαλο. Με τον Κυριάκο, φορτώνω τα μπαγκάζια στο τραίνο και παίζουμε την σκηνή «θα σε περιμένω για πάντα – τσαφ τσουφ το τραίνο ξεκινά» με μένα κρεμασμένο στην πόρτα και δυο τρελές τρέχοντας από πίσω να μην ξέρουν ποιά παίζει τον Α’ Γυναικείο. Η Δώρα ή η Ρεγγίνα; Ούτε εγώ ήξερα αλλά ήμουν τουλάχιστον κολακευμένος. Πάλι σκατά τα έκανα. Ξαναδιάβασα το «Έχουν μαύρα μεσάνυχτα» για να μου περάσουν οι ενοχές.

Επιστροφή πάλι με παλιό – και φτηνό – τραίνο. 13 ώρες κι είναι και κατηφόρα!
Εκεί γράφαμε ποιήματα με τον Κυριάκο. Στο τραίνο με τα 27 βαγόνια. Στο τελευταίο, που ήταν σαν βιενέζικο καφέ. Με απλίκες και κόκκινους καναπέδες. Σουρρρεαλιστικά ποιήματα. Έχουνε μείνει ατάκες ιστορικές από αυτά αλλά όχι αυτά τα ίδια. Κάπου είχε πέσει ένα ξεκούδουνο «Αντρέ Μπρετόν, τη γάμησες!». Κατά τα άλλα, κανονικά: Γαλακτοελέφαντες, κίτρινες σπειροειδείς αριστερόστροφες μήτρες, τα κόκκινα λέπια της μπανιέρας που τρίζει, η ανυπότακτη φράντζα του πολυβολητή, The Tsitsanians, το κωνικό πάθος του τελευταίου φονικού ασβού, η σκιά μας είναι τρύπα που βγαίνουν fresh pink babies, μικρέςςςς πράσινεςςςς μολόχεςςςς, la sou sourela - la sou sourela.

Πενιές η Τέχνη κατεργάζεται.

Ο Κυριάκος κάποια στιγμή έπαιζε σε 2-3 γκρουπάκια. Ήταν εξαιρετικός. Πήγαινα και μου είχε αφιερωσει το Psycho Killer, τραγουδώντας το με το καλώδιο του μικροφώνου γύρω απ τον λαιμό και ψηλά το χέρι. Στο stage του κρεμασμένου δεν τραγουδάνε για σκοινί. Κι εκείνος ερχόταν στις παραστάσεις μου. Βέβαια την πρώτη φορά σε ανοιχτό θέατρο ήρθε με βαμμένα μαύρα μάτια a la Daryl Hanna στο Blade Runner, αλλά κατάλαβε ότι όλοι περίμεναν πότε θα παίξει κι αυτός και το έκοψε. Τραγουδούσαμε μαζί συχνά – πυκνά με σουρρρεαλιστικό πάντα τρόπο φρικάροντας παρέες. Το επίθετό του ήταν ένας απίστευτος συνδυασμός που περιείχε
τον Άγγελο, το Διάολο, και έμοιαζε και κρητικό, αλλά καμία σχέση με Κρήτη. Σαν να λέμε Χελωνονιντζάκης. Κάπως έτσι του κόλλησε το «Κυριάκουλας» κατά το Δράκουλας. Ή εγώ του το κόλλησα ή ο αδερφός του Μαυροδάφνη, επίσης Μαυροδάφνης, καθ’ ότι όλα τα αδέρφια ήταν καταπληκτικά παιδιά. Η καθημερινότητά μας παραλίγο να μας κάνει αλκοολικούς. Ο Κυριάκος ερχόταν σπίτι κατά τις 5-6, ακούγαμε Van Der Graaf Generator – Birthday Party και λοιπά παραδοσιακά άσματα, ενώ η κατανάλωση ούζου ή κρασιού στον καθένα έφτανε σε υψηλά νούμερα. Και μετά βγαίναμε βόλτα. Εποχές Ίρις (πιο ωραίο), Άλλοθι (πιο φτηνό), Decadence (εποχή Αλέξανδρου και ουχί το τωρινό χάλι) και βεβαιότατα Rebound (Μόνο ΠΣΚ μετά το μαχαίρωμα). Εξάλλου η ευρύτερη παρέα περιείχε 5-6 ντάρκισσες με την αγαπημένη μου φιλενάδα Κατερίνα (η μόνη Κατερίνα που συμπάθησα ποτέ) να μπαίνει οπουδήποτε και να παθαίνει ο κόσμος αυχενικό, σύνδρομο down, διάρροια, εφίδρωση, κρίση πανικού και ολική ρήξη κάτω γνάθου. Ε, ήταν μια μελαχροινή θεά δίμετρη – τί να λέμε τώρα – και εκπληκτικό παιδί. Όλες οι εξορμήσεις φυσικά ξεκινούσαν από το κέντρο επιχειρήσεων Wing (The Little Wing Pub) στη Ν.Σμύρνη, ή αν ήταν καλοκαίρι από πλατεία: Σκαλάκια – Μπούρμπουλας.

Ιστορικό σημείο το βράδυ που αλλάξαμε ρούχα με 2 γκόμενες στις τουαλέτες και βγήκαν αυτές με τζιν και μακό κι εμείς με φορέματα. Δεν γίνονται αυτά πια.

Κι άλλες προσωπικότητες.

Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι που βρήκαν τον Μήτσο τον Σμυρνιό με ανοιγμένο κεφάλι στο γιαπί. Πριν 2 βράδια είμασταν με Μήτσο και Κυριάκο στον μπούρμπουλα. Ο Μήτσος προσφάτως επιχείρησε κούρεμα τελευταίου μοϊκανού, με μια κόκκινη ουρά πίσω χαμηλά αλλά δεν του άρεσε τελικά και σχεδόν τα ξύρισε. Έμμεινε όμως ένας κόκκινος κύκλος εκεί πίσω και του κόλλησα το «ο πυροβολημένος». Εξαιρετικό παιδί ο Μήτσος, μεγαλύτερός μας, αλλά τρέχα γύρευε που στο διάολο είχε χωθεί. Είχε μια τσίτα πάντα γενικώς αλλά μαζί μας χαλάρωνε και γέλαγε σαν μωρό. Πάθαμε σοκ και κάναμε την δική μας κηδεία του στον μπούρμπουλα· δυο βράδια πριν τον θαυμάζαμε που έφαγε σφαίρα στο κεφάλι και επέζησε. Τελικά η μπετόβεργα είναι πιο αποτελεσματική. Πάει ο Μητσάρας.

Πάει και ο Στέλιος. Δεν πέθανε αλλά χάθηκε. Πουφ! Να ‘ταν κι άλλος. Μπορεί και να τον πήραν οι εξωγήινοι – αν ήμουν εξωγήινος αυτόν θα διάλεγα. Μεγαλύτερός μας κι αυτός. Διαστάσεις παιδιού 12 ετών, μαύρα πάντα και καροτί μαλλιά προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιος είπε ότι γύρισε στους γονείς του στο νησί. Το εύχομαι. Ο Στέλιος ο Σιδηρουργός. Αγνώστης προέλευσης το nick – έτσι τον μάθαμε. Ο μεγαλύτερος ψεύτης ever. Όχι από τους γνωστούς μπλαμπλάδες μυθομανείς. Ο άθρωπας (που λέει και η φιλενάδα μου) έκανε Τέχνη το ψέμα. Έκανε πληθυσμούς άνω κάτω με θρασύτατα ψέματα τα οποία τα σέρβιρε ως το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο. Μύριζε ας πούμε στην πλατεία το κάρβουνο του καλαμποκά και φτάνει ο Στέλιος: «Γίνεται της πουτάνας · καίγεται Άλσος». Κόκκαλο όλοι. Δεν είναι δυνατόν! Σε χρόνο TV έχει μεταδοθεί παντού και η μισή πλατεία πάει να δει την πύρινη λαίλαπα στο Άλσος Ν.Σμύρνης όπου συμπαθείς γέροντες βολτάρουν και γίνεται το 3ο πολιτιστικό forum της ένωσης Ποντίων Νοτίων Προαστείων.Ένα βράδυ μας την πέφτουν δυο ημι-ντάρκισσες και η μία τον ρωτάει το ζώδιό του:

- Δεν ξέρω.
- Πες που πότε γεννήθηκες να σου πω εγώ.
- Δεν ξέρω
- Δεν ξέρεις πότε γεννήθηκες;
- Όχι. Μου κάνουν πόλεμο οι γονείς μου και δε μου λένε. Μου έχουν σπάσει τα νεύρα. Φέτος έκανα τρεις φορές γεννέθλια.

Από δίπλα εγώ σοβαρός να κάνω νόημα να κόψει την κουβέντα γιατί το θέμα αυτό τον πληγώνει. Ωραίος ο Στέλιος, συνεχώς με ένα δισκάκι στο χέρι από την πρόσφατη επιδρομή στο Record Ηouse που μας έχει φάει μισό σπίτι του καθένα.

Ι5

Συζητήσεις και πρόβες για το πως θα πάρουν Ι5 όσοι πήραν προσκλητήριο από την πατρίδα μας (χιχι). Τα δύο χειρότερα Ι5 έγραφαν επάνω (νομίζω θυμάμαι πως το λεγε ο Κυριάκος):
«Σχιζοειδής τάσεις με οριακό δείκτη νοημοσύνης» - Ανοίχτε σαμπάνιες! Έσκισε ο παίχτης. Το δεύτερο: «Συναισθηματική ανεπάρκεια σε ψυχασθενικό βαθμό» ε ρε γλέντια, και να τα παστέλια, και να τα ξερολούκουμα, skalakia party με μένα κ τον Κυριάκο να τραγουδάμε το Deep in the Woods προς τιμήν των άξιων τέκνων μας. «Δικό σας!» - Της πουτάνας.

Το κοινόβιο.

Το θεατράκι στο Στρέφη εγκαινιάστηκε ως στέκι ένα βράδυ που έχω πιεί σε επίπεδα «είμαι πάνω στη χαρά» και έπαιξα μια ολόκληρη κωμωδία (μονόπρακτο – μην τρελαθούμε) μόνος μου με κοινό καμιά δεκαριά δικούς μου και περίπου άλλους 20 ξέμπαρκους – κυρίως ζευγάρια – να αλαλάζουν. Μεγάλες επιτυχίες. Εκεί γνώρισα την Ειρήνη και μια παρέα κόλλησε μια χαρά εκεί. Επίσης τον Κυριάκο 2, γαμώ τα παιδία, σαν τον Robert Smith απ’ τα Σούρμενα. Ένα μεσημέρι πηγαίναμε ν’ αράξουμε στο σπίτι της Ειρήνης που ήταν μεγάλο, με μια μπαλκονάρα να! και στην πλατεία της Εστίας συναντήσαμε την Μάιρα – κολλητή της Ειρήνης – που ερχόταν από εκεί και θα επέστρεφε το απόγευμα. Ανάσκελα εγώ με τη Μάιρα, μαλάξεις ο Κυριάκος. Το απόγευμα ο πληθυσμός στο σπίτι είχε ανέλθει στους 6-7 περίπου και ετοιμαζόμασταν να πάμε σε μια παρουσίαση ενός βιβλίου; Σε μία διάλεξη για την αυτοδιάθεση του γατόπαρδου; Σε κάποια πρόβα κάποιων wannabe Stooges; Θα σας γελάσω. – Χα χα! – Σας γέλασα (γεια σου ρε Τζιμ). Με την Μάιρα συμφωνήσαμε μέσω advanced τηλεπάθειας ότι είμαστε κουρασμένοι, βαριόμαστε, καλύτερα να μείνουμε εκεί εμείς – έπεσε σύρμα από Ειρήνη, τους πήρε και χάθηκαν. Σιγά μην καταλάβαιναν τα αρσενικά βουβάλια – Κυριάκος εξαιρείται. Γύρισα σπίτι μου μετά από 3 μήνες. 5 μόνιμοι κάτοικοι και άπειροι εκ περιτροπής. Εγώ με την Μάιρα, η Ειρήνη με τον Κώστα, και ο Κυριάκος γενικώς. Σχεδόν ένα καλοκαίρι εκεί με την ξανθιά αγαπημένη παναγιά η οποία για κάποιο λόγο με ξενέρωσε, έβαλα το δισάκι μου κι εγώ στον ώμο, για το δρόμο – για το δρόμο – γνωστό μοτίβο. Μου έχουν μείνει ενοχές για την Μάιρα αλλά δεν θυμάμαι τον λόγο. «Oh, fuck it I’m a monster, I admit it» που λέει κι ο Cave.

Η Κεραμίδα

Πέρασαν 1-2 χρόνια;. Πρέπει να ήταν άνοιξη – αυτή που τα λουλούδια ανθίζουν, που χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ο Κυριάκος με την Φαίη. Την Φαίη την είχε γνωρίσει στο σπίτι ενός φίλου – του Βασίλη – και του άρεσε τρελά. Το μου αρέσει μέχρι το σημείο να παραδώσει επισήμως προσκλητήριο γάμου έχει χάσμα. Δεν έχει;
«Με τύλιξε» δηλώνει γελώντας. «Και πως το κατάφερε που είμαι και χοντρός». Αμάν! Τί γίνεται ρε παιδιά; Γάμο ο Κυριάκουλας; Quo vadis ρε αγόρι μου; Έγινε ο γάμος, ψιλοχάνεται ο Κυριάκος. Λογικόν. Βρέθηκα σπίτι του με την σύζυγο ακούγοντας πάλι Birthday Party απ τα παλιά βινύλια. Πάρε και 2 παιδιά να σου βρίσκονται, σοκ εγώ. Δεν μου κόλλαγε η εικόνα. Μα με τίποτα. Τί να πείς όμως; Υποχρεώσεις επί υποχρεώσεων ο Κυριάκος, 2 δουλειές, τον έχασα και δεν μ’ άρεσε. Τον αγαπούσα τον μπαγάσα. Τον ένιωθα αδελφό μου κι ας ήμασταν "άρατα πήρατα κουκιά μαγειρεμένα". Τον είχα πετύχει στον δρόμο κάποιες φορές. Με κουρασμένα μάτια κι οι δύο και έκφραση «πως βρέθηκαμε εδώ και γιατί δεν είμαστε στο οικόπεδο ξάπλα;» και κάναμε κουβέντα στα πεταχτά προφορικώς αλλά συνεννοούμασταν θαυμάσια με το βλέμμα του «φιλιά – τα λέμε – μη χάνεσαι μαλάκα».

Και τώρα;

Δεν ξέρω που είναι ο Κυριάκος. Δεν ξέρει κανείς όσους έχω ρωτήσει. Ο Οτέ δεν τον ξέρει. Για internetικό κάτοικο δεν θα τον φανταζόμουν με τίποτα. Δεν είναι -λένε- με γυναίκα και παιδιά. Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε; - πράγμα που επίσης μου πέρασε απ’ το μυαλό. Έτσι. Ξαφνικά. Νομίζω όμως πώς αν χάθηκε ηθελημένα, ότι μπορώ κάτι να καταλάβω. Δεν με νοιάζει γιατί και δεν θέλω να τον κρίνω, ακριβώς επειδή τον ξέρω. Πέρασαν αρκετά χρόνια αλλά πάντα ψάχνω να τον βρω μανιωδώς. Ίσως ακόμα και τώρα αυτό να κάνω γράφοντας αυτό εδώ. Εύχομαι να είναι καλά και χαρούμενος, να τον δω σύντομα, να τα πιούμε μαζί και να μιλήσουμε όπως τότε. 

Ξέρει αυτός πως.

Comments

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…

2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοιτώντας από την μέσα μεριά του τοίχου, η διάθεσή μου άλλαξε soundtrack. Πίσω ο Μπερτόδουλος, η Τερέζα και ο συνηθισμένος μίζερος κόσμος μου. Δίπλα μου ο Κιού. Στο όριο με τον άλλο κόσμο μπροστά, συγκεντρωμένος σε μένα και αυτό που θέλω και πιστεύω. Αυτό μάλλον λέγεται φιλία. Και αυτός, φίλος.
- Να κεράσω σπασμένο τζάμι; μια δόση αποτυχημένου χιούμορ μήπως σπάσει την απότομη σοβαρότητα. - Δοκίμασες; αρπάχτηκα μαζί του κι εγώ - Άνοστο. - Άστο τότε. - Άστο. Κοιτάζαμε κι οι δύο μέσα. Το στομάχι μου έκανε κοιλιακούς μόνο του. Ένιωσα ότι είχα ιδρώσει και όσο περισσότερο το τραινάρω τόσο πιθανότερο να γυρίσω τρέχοντας με τα αυτιά κάτω στο σπίτι της χοντρής.
Στον πάνω όροφο, από την μπαλκονόπορτα φαινόταν το άρρωστο φως ενός πορτατίφ. Προφανώς το φως σήμα ότι κάποιος είναι σπίτι και υπάρχει κίνηση. Κάτω απ΄ το μπαλκόνι, η ξύλινη κατασκευή με τα βαρέλια. Το υπαίθριο κελάρι του σκατόψυχου. Από εκεί ανεβαίνει στο μπαλκόνι και γριά με βγαλμένο γοφό. Από κάτω …