Skip to main content

Γυναίκες της Ζωής μου – Αθηνά.

- Σε ποιό τμήμα είμαστε είπε;
- Στο Α2. Ανάμεσα στο Α1 και το Α3. Εδώ.
Πρώτη γυμνασίου. Εγώ από μικρό αθόρυβος αλλά χωνόμουν διαρκώς.
Σε πολύ λίγο σχηματίστηκαν οι παρέες, οι μπασκετικοί, οι ποδοσφαιριστές. Εγώ βόλλευ. Μια ζωή.
Όχι καρφί – αυτά είναι για τους επιδειξίες. Πασαδόρος. Ο εγκέφαλος. Με master στο ξαφνικό πλασέ και την τυφλή πάσα. 12 ετών; 13;

Ακόμα θυμάμαι την στιγμή που την είδα. Σε αυτά τα μπαλκόνια που έβγαινες από την τάξη. Ήταν στο Α3. Μετά έμαθα ότι η ξαδέρφη της ήταν στο δικό μας τμήμα. Ανάμεσα στα άλλα παιδιά. Κοντή, ήδη σχηματισμένη γυναίκα, με κοντό κατάμαυρο ίσιο μαλλί, μαύρα μάτια και άσπρο δέρμα.
Αλλά ήταν το βλέμμα. Αυτό που βλέπεις στις ταινίες. Που το βλέμμα στρίβει μέσα στον κόσμο, ίσως και να τον σπρώχνει για να συναντήσει το απέναντι βλέμμα. Αυτή η συνάντηση αρκεί. Όλα έχουν πάρει τον δρόμο τους.
Αυτά τα πράγματα οι γυναίκες τα πιάνουν πριν εσύ ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Η Αθηνά το είχε καταλάβει και με κοίταγε με αυτό το μαύρο βλέμμα κάπως. Σοβαρή πάντα με αυτό το λευκό πρόσωπο και ένα στραβό χαμόγελο. Είχε μεταδοθεί παντού ότι κάτι παίζεται με εμάς και μας αντιμετώπιζαν ως «εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος». Εκείνη σκωτσέζικο ντους. Μία χαλάρωνε και την πλησίαζα, μια έκανε ένα νάζι απίστευτο και χανόταν. Μερικές γυναίκες γεννήθηκαν Γυναίκες.

Σε μάθημα γαλλικών, η ξαδέρφη της διάβαζε την άσκησή της με θέμα «γράμμα σε ένα κοντινό πρόσωπο». Απευθυνόταν στην Αθηνά κι εγώ έμαθα γαλλικά σε δευτερόλεπτα ώστε να μάθω τη διεύθυνσή της. Ήταν ένα μικρό στενό στην Άνω Νέα Σμύρνη στο οποίο ξεροστάλιασα πολλάκις μήπως τη συναντήσω «τυχαία». Όλο κάποια δουλειά είχα και μετά το σχολείο πήγαινα ανάποδα από το σπίτι μου, να περπατήσω προς την ίδια κατεύθυνση. Όχι μαζί της βέβαια. Έκανα κι εγώ τα νάζια μου κι ας με έσκιζε. Κρητικό πείσμα και περηφάνια: Stainless Steel.
Στο πάρτι της ξαδέρφης ήμασταν μαζί και ήταν η πρώτη φορά που ήρθαμε κοντά, χορεύοντας τα περίφημα μπλουζ (ή σλόου) των γυμνασιακών πάρτι, δίπλα στα καναπεδάκια της μαμάς που έβλεπε TV στην κρεβατοκάμαρα. Μπλιαξ τώρα, παράδεισος τότε. Το ότι εγώ χόρευα με την Αθηνά ήταν το γεγονός της βραδιάς αφού όλοι ξέρανε ότι είχαμε γίνει σήριαλ. Γιατί δεν τα φτιάχναμε σαν όλα τα νορμάλ παιδιά να τελειώνουμε; Κι εγώ κι αυτή είμασταν λίγο περίεργα παιδιά. Σκοτεινά και όχι πολύ κοινωνικά αλλά μας αγαπούσανε όλοι. Ίσως και μας θαυμάζανε για την διαφορετικότητά μας επειδή δεν καταλάβαιναν πόσο θα θέλαμε να είμασταν σαν όλα τα παιδιά. Παιδιά δηλαδή κι όχι αναγκασμένοι να μεγαλώσουμε στο fast forward.
Η Αθηνά με οικογενειακό background άσχημο το ίδιο κι εγώ, σε ένα σύνολο παιδιών από σχετικά «καλές οικογένειες». Βέβαια η Αθηνά ήταν και ματσό, εγώ μπατίρογλου. No problem, έχουμε πρόσωπο!

Το τηλέφωνό της το βρήκα μέσω 131 λίγο δύσκολα, αλλά το βρήκα. Νομίζω δε, ότι ακόμα το θυμάμαι. Όπως θυμάμαι μεσημεριάτικα τηλεφωνήματα ατέλειωτα με τραγούδια να παίζουν στο κασετόφωνο από πριν ετοιμασμένα – να έχουμε κι ατμόσφαιρα, να γράφω ατέλειωτες κασέτες και να της λέω αδιάφορα: α, έγραφα χτες κάτι κασέτες, σου έγραψα και σένα μία.
Άκουγα Def Lepard με το ζόρι επειδή ήξερα ότι πέθαινε μόλις τους άκουγε προσπαθώντας να καταλάβω τί την πέθαινε. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά η Αθηνά. Ενώ η νούμερο 1 γκόμενα του σχολείου να με κυνηγάει, εγώ εκεί! Στη Αθηνά. Με την άλλη γίναμε φίλοι και λεγόταν ότι τα έχουμε αλλά καμία σχέση. Απλά το άφηνα να φαίνεται έτσι και το διέψευδα. Ναζάκια. Πως να «απατούσα» την Αθηνά;


ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΠΑΝΤΟΥ

Με την επιστροφή από το καλοκαίρι και τη δουλειά στο συνεργείο του θείου μου, ξεκινάει η Δευτέρα Γυμνασίου. Αυτός ο Σεπτέμβρης που μυρίζει σχολειίλα και καινούργια βιβλία, με το καλοκαίρι φρέσκο στο μυαλό και το ξεφλούδισμα ακόμα στον ώμο.
Είδα την ξαδέρφη, την Αθηνά όμως, πουθενά.

- Η Αθηνά έφυγε. Πήγε στον πατέρα της στην Αγγλία μόνιμα.

Μάλλον εκείνη τη στιγμή έμαθα να αντιμετωπίζω τις χειρότερες καταστροφές με παγωμένο ύφος. Εκεί έμαθα να γίνομαι ψυγείο. Να δείχνω στιβαρός και βαρύς ενώ είμαι στο απόλυτο κενό.
Έφυγε! Χωρίς ένα τηλέφωνο. Μια ειδοποίηση. Τίποτα! Το μόνο που μου άφησε ήταν κινητή άμμος οπουδήποτε πάταγα. Κατάθλιψη. Κατατονία. Κάποιος πέθανε. Αυτό. Κάποιος πέθανε απόψε, είμαι εγώ. Αντί να γίνω Ξανθόπουλος σε ταβέρνα με ρετσίνα, ξεκίνησα να ακούω Cave. Κυρίως Cave – Birthday Party. Εναλλακτικά Sisters of Mercy, Mission, Jesus & Mary Chain, Einstürzende Neubauten, Dubrovnicks, και άλλα τέτοια χαρούμενα. Ο ένας από τους δύο καθηγητές-φρικιά που είχα – ζωγράφος, πρώην ταξιτζής στην Νέα Υόρκη και ακόμα υπέροχος – με ρώτησε γιατί φοράω μαύρα. Και ο μελαγχολικός έφηβος απαντά πολύ απλά: Πενθώ.
Ο μόνος ενήλικας που προβληματίστηκε πραγματικά χωρίς να ανησυχεί ποιά ορμόνη του εφήβου το λέει αυτό. Άκουσε τα πάντα, κατάλαβε και συμφώνησε στο περί πένθους προσθέτοντας πως οι καθοριστικές γυναίκες που θα έρθουν στην ζωή μου θα είναι πολύ τυχερές. Εν πρώτοις ατύχησε αλλά δίνω ένα περιθώριο στο «καθοριστικές».


Τρίτη γυμνασίου, ένα μήνα περίπου πριν το Άγιον Πάσχα. Ήρθε η ξαδέρφη στο καπνιστήριο και με βρήκε στο σκαλί με τη μαλούρα μπροστά και τα μεγάλα μαύρα Ray Ban. Σαν πούλμαν ήμουν.
Μου το είπε απότομα. Τη μισώ αυτή την κοπέλα.
- Η Αθηνά θέλει να της στείλεις ένα γράμμα.
- Φέρε ένα χαρτί.
Ακαριαία αντίδραση. Δεν τα χάνουμε πλέον. Μεγαλώσαμε.
Της έγραψα την διεύθυνσή μου και της είπα ότι δεν έχω κάτι να της πω. Αν θέλει να μου γράψει κάτι, ας το κάνει.
Το μετάνιωνα όσο το έλεγα σε βαθμό χαρακίρι. Αλλά το είπα και πολύ μ’ άρεσα. Αντρικές αηδίες μεν αλλά έχουμε περηφάνια και αξιοπρέπεια δε.

«Why is this so important to Men?» - ποτέ δεν θα καταλάβεις καλή μου μοντέλα.

Σε 2-3 μέρες είχα γράμμα. Το πρώτο μου γράμμα από γυναίκα και το καλύτερο που έχω λάβει ποτέ. Η μοναδική φορά που μου μίλησε ανοιχτά. Ξεκινούσε λέγοντας :
[Ονομα] μου,
γιατί λες ότι δεν έχεις τίποτα να μου πείς; Νόμιζα πως εμείς έχουμε κάτι σπάνιο μεταξύ μας...... συνέχιζε λέγοντας πόσο δύσκολα είναι εκεί, πως με σκέφτεται τόσον καιρό, πως θυμάται όλες τις παλαβομάρες που έχω κάνει γι’ αυτήν (και πόσες δεν έμαθε ποτέ), πως της λείπω, πως με φοβόταν γιατί ένιωθε πολύ δυνατά και πρωτόγνωρα πράγματα και πως μετάνιωσε για πολλά...

Έβαλα τα κλάματα. Χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Ταυτόχρονα άγρια χαρά και κλάμα με λυγμούς σαν ζώου.

Τέτοιο κλάμα μου έχει βγει άλλη μία φορά με κάποια που νόμιζε (και μάλλον νομίζει ακόμα) ότι ήταν για εκείνη ενώ ήταν απολύτως προσωπικό – άλλη ιστορία αυτή όμως.
Το Πάσχα λοιπόν, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Το σήκωσε η μάνα μου και ήρθε στην κουζίνα με το ακουστικό στο χέρι. Τώρα το θυμάμαι σαν περίστροφο:
- Μια Αθηνά σε ζητάει.
Οι στιγμές που λες πως η ζωή αξίζει τον κόπο.
- Είμαι Αθήνα. Δεν γυρνάω Αγγλία. Μένω Μελίσσια. Θέλω να σε δω.
Μου έδωσε διεύθυνση. Που είναι τα Μελίσσια γαμώ τη καταδίκη μου;. Ρωτάω. Μαθαίνω. Το απόγευμα ήμουν εκεί. Από Νέα Σμύρνη Μελίσσια με ποδήλατο!
Έκανα ποδηλασία – μάλιστα αλλά τέτοια μούρλα; Βρέθηκα έξω απ’ το σπίτι της. Την είδα για πολύ λίγο γιατί έπρεπε να φύγει – δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο αυτό το βλέμμα πάλι κι εκείνη να λέει «είσαι τρελός; Ήρθες εδώ πάνω με το ποδήλατο;». Θα βρισκόμασταν ξανά μετά από καμιά βδομάδα σε ένα πάρτι που είχε το νέο της σχολείο. Πήγα φυσικά. Εκείνη χόρευε, εγώ δεν ήξερα τί να κάνω. Ζήτησα στα παιδιά των ΒΠ βότκα και με κοιτάγανε καλά καλά.«Μόνο Σπράιτ και Πέπσι και Φάντα έχουμε. Βότκα; Φρίκη!»Εραστής Νοτίων Προαστείων το κάναμε. Κι εκείνη χαλαρή, να χορεύει και να κάνει pr με τον κόσμο που μύριζε soflan. Αυτό ήταν; Έτσι γύρισε; Σκατά. Έφυγα χωρίς να πω τίποτα με τα αυτιά να σέρνονται στον δρόμο. Πένθος ΙΙ. Αυτή τη φορά όχι στο μυαλό μου, εκεί, μπροστά μου γκρεμίστηκε η εικόνα της. Τη μία στιγμή να σε πνίγει ότι έχεις μέσα σου και δεν ξέρεις τί να πρωτοπρολάβεις να πεις και να κάνεις από το πόσο γεμάτος είσαι και την άλλη να αισθάνεσαι κάτι φτηνό για λογαριασμό της. Το έχουν αυτό οι δίδυμοι και είναι μοιραίες για μένα οι δίδυμες και οι κριές.
Ο Παράδεισος εν Κόλαση και η Κόλαση εν Παραδείσω. Ζωή δηλαδή.

Μετά έρχονται τα ψάρια (με μένα γίνονται πεταλίδες), οι ζυγαριές (μάγισσες αλλά μου τελειώνουν γρήγορα και δεν εννοώ ό,τι σκέφτηκες), καρκίνες (για κάποιο λόγο τις αγριεύω), υδροχόες (μ’ αρέσει που δεν τις έχεις ποτέ αλλά είναι τραγικά πρόσωπα – σοβαρά μιλάω). Τώρα οι σκορπίνες, τοξότριες αμαζόνες, λέαινες και λοιπά είναι μάλλον υπερτιμημένες. Με εξαίρεση τις Παρθένες που ή θα είναι Σειρήνες ή Σκύλες (plus μια Χάρυβδη δώρο).

Αρκετά με την προσωπική μου ζωδιακή στατιστική, πίσω στο "επιστροφή στο melissia end".
Πέρασαν 3-4 χρόνια. Καμία επαφή. Η Αθηνά επισκεπτόταν πάντοτε το κεφάλι μου και μετά και τον υπόλοιπο, και είχα περάσει στην φάση που είχα απεξαρτηθεί από την μορφή της, ή έτσι νόμιζα. Ήξερα τί άρωμα φοράει και πώς αυτό μυρίζει επάνω της. Τυπωμένη μνήμη που θα την πάρω στον τάφο μαζί μου.
Παρένθεση.
Μόνο ο Τόλης ο πάλαι ποτέ κολλητός μου ξέρει πόσο μπορεί να με ορίσει μια μυρωδιά. Αυτός με έβγαλε Ζαν Μπατιστ Γκρενουίγ. Ξέρετε ποιός είναι αυτός ε; Αν όχι διαβάστε τον στο Άρωμα. Μου το έβγαλε όταν σταμάτησα τη μηχανή μέσα σε κόσμο σ’ ένα χωριό στην Ευβοια και μύριζα στον αέρα προσπαθώντας να εντοπίσω αυτή που μύριζε έτσι. Και ξέσπασε: «Ε, άντε γαμήσου που μύρισες τώρα!». Με επανέφερε και συνέχισα. Ο Ζαν Μπατιστ μου κόλλησε έκτοτε.
Κλείνει η παρένθεση.

Κάποιες φορές σε επισκέπτεται η σχιζοφρένεια... ξέρεις...
Όταν ας πούμε περπατάς στην Πανεπιστημίου, μέσα στον κόσμο και σε χτυπάει αυτό το άρωμα. Λάθος – Μυρωδιά είναι αυτό. Το άρωμα έχει μόνο μάρκα, μπουκάλι, διαφήμιση, αμπαλάζ, τιμή· η Μυρωδιά έχει βίωμα, αίσθηση, τελετή, ανατριχίλα, γή, σάρκα, βλέμμα, άνθρωπο.
Εκεί λοιπόν, στον δρόμο, αρχίζεις να την ψάχνεις με τη μύτη σαν λαγωνικό και φτάνεις μέχρι Σκουφά μέχρι να βάλεις τη λογική μπροστά. Ακόμα κι αν ξέρεις απ’ την αρχή ότι δεν ήταν αυτή κι ότι απλά έμοιαζε. Μόνο η ανάμνηση να ζωντανέψει στην πραγματικότητα για λίγο είναι λυτρωτική. Ή εγκλωβιστική;

Κι άλλα χρόνια

Την Κλωθώ, την Άτροπο και τη Λάχεση τις ξέρεις; Είναι οι Μοίρες. Και μόνο μ’ αυτές μπορώ να εξηγήσω την συνέχεια με την Αθηνά. Με αυτές και με το τί εξακολουθούσε να σημαίνει η Αθηνά για μένα. Ίσως λίγο μελό αντιμετώπιση, αλλά όταν το νιώθεις είναι σκληρό· όχι μελό. Και όσο πιο σκληρό τόσο περισσότερο πας καταπάνω του. Γιατί μιλάω σε δεύτερο πρόσωπο; Για μένα τα λέω. Φτάνει με τη σχίζα. Επειδή θα το ποστάρω; Χμμμ... μαλακία και δειλία. No more second person.

Συνειδητά λοιπόν ή όχι η Αθηνά με στοίχειωσε. Προφανέστατα εγώ στοίχειωσα τον εαυτό μου με την Αθηνά αλλά η παρουσία φαντασμάτων είναι το ουσιώδες αποτέλεσμα. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η ακριβής σειρά των σατανικών «συμπτώσεων» έχει ξεθωριάσει. Βγαίνοντας από την Δραματική Σχολή, έχοντας τις ασπρόμαυρες Α4 φωτογραφίες μας ανά χείρας και το βιογραφικό μας, γυρνάγαμε στα studio, κανάλια και γραφεία παραγωγής και ευλαβικά τα καταθέταμε. Σε ένα από αυτά, έπιασα την κουβέντα με μια κοπέλα και – αν θυμάμαι καλά - βρήκα τα ίχνη της Αθηνάς πάλι. Έκανα λίγο τα γλυκά μάτια στην κοπέλα και είπα και ένα ψιλοπαραμυθάκι ώστε να μπορέσω να πάρω κι άλλα στοιχεία. Σαν καλός Σέρλοκ, την βρήκα καλοκαίρι να μένει στην Νέα Σμύρνη πάλι, σε άλλο σπίτι, και έπαθε σοκ όταν με άκουσε στο τηλέφωνο.


- Πες μου που ακριβώς είναι το σπίτι και τί να φέρω.
(Παύση)
- Μια ... κόκα κόλα.

Μόνο ο Δον Μήτσος στη Βασούλα θα εμφανιζόταν με κόκα κόλα στην πόρτα αλλά δεν είχαμε ανάγκη το production του pretty woman. Είχε μεγαλώσει η Αθηνά. Είχε ζήσει πια πράγματα και ήξερε να αφαιρεί τα περιττά. Μόνοι σε ένα σαλόνι που στην αρχή φαινόταν απέραντο και αργότερα δεν με χώραγε. Ούτε εκείνη. Καθόταν στον καναπέ με μαζεμένα τα πόδια επάνω, άβαφη και κατάλαβε σύντομα ότι δεν είχε νόημα να παίξει μαζί μου. Ξέρει ότι βλέπω μέσα της και αφήνω και κείνη να κάνει, ελεύθερα, τίποτα λιγότερο. Fair enough.
Εγώ απέναντί της σε μια πολυθρόνα. Πίναμε κρασί νομίζω με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα χωρίς πολλά φώτα. Όποιος έμπαινε μέσα θα πάθαινε αυτοανάφλεξη από την ενέργεια του χώρου. Μετά από μια δυο ώρες συζήτησης, δεν είχε νόημα ούτε καν να μιλάμε. Δεν έχω κοιτάξει περισσότερη ώρα άνθρωπο στα μάτια. Λέγαμε λέξεις ο ένας στον άλλον. Σκέτες λέξεις. Απαντούσε ο ένας στην λέξη του άλλου και νιώθαμε ότι θα τελειώσει ο Κόσμος αυτό το βράδυ. Είχαν περάσει 12 χρόνια που κοιταχτήκαμε για πρώτη φορά.
Δεν την άγγιξα ποτέ. Ούτε εκείνη εμένα. Με κοίταγε και άρχισαν να τρέχουν τα μάτια της αλλά συνέχιζε να μου λέει λέξεις. Κάθε μία ήταν ένας τόμος αφήγησης. Ένα θεατρικό έργο που κανείς ποτέ και πουθενά δεν μπορεί να αναπαράξει. Ένα βράδυ φαινομενικά νοσηρό αλλά από τα πολυτιμότερα της ζωής μου. Δεν άφηνε τον λυγμό της να βγει. Συνέχιζε. Αισθανόμουν ότι άχνιζα. Απέναντί της.
Εγώ εκεί κι εκείνη μόνη της εκεί - απέναντι.
Έτσι είμασταν πάντα. Έτσι, εκεί, με αυτόν τον τρόπο μου περιέγραψε τα πάντα. Ένας μονόλογος που μόνο ο Joyce αν ζούσε τώρα θα μπορούσε να (περί)γράψει. Μου τα είπε όλα. Μπήκα μέσα της και τα είδα όλα. Κατάλαβα τί.
Γιατί.
Πότε.
Είδα τις εικόνες της και τι της προκαλούσαν αυτές.
Ήταν το βράδυ που κανείς μας δεν θα ξανακάνει έρωτα έτσι.
Γιατί αυτό κάναμε.
Τόσο έντονα, συνειδητά και απλά. Πραγματικά μπήκε ο ένας στον άλλον. Όχι στιγμιαία. Μόνιμα. Και ήξερε τι θα βρει. Και το βρήκε.
Και ήξερα ότι γερνάει κι εκείνη σαν κι εμένα. Νωρίς. Ήξερα ότι μπορεί να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. Με ευκολία. Να διαχειριστεί τους πάντες και τα πάντα ακόμα και με ηδονική αλαζονεία. Αλλά ούτε αυτό την γεμίζει πια. Έφτασε στο αδιέξοδο του καθάρματος. Στο ανικανοποίητο του δολοφόνου. Εκεί που όλες οι περίπλοκες ικανότητες δεν έχουν εφαρμογή.
Με ζήτησε κοντά της κλαίγοντας. Όπως κλαίει μια Κυρία. Χωρίς πόζα. Χωρίς υστερία. Μυστικά και ήσυχα και τελετουργικά. Μια αγκαλιά. Μόνο αυτό. Της φίλησα το στήθος, το στόμα, της πήρα τα δάκρυα και έφυγα κλείνοντας απαλά την πόρτα.
....

Έχω χορέψει σε παραστάσεις για την Αθηνά.
Έχω παίξει σε παραστάσεις για την Αθηνά.
Έχει υπάρξει το μυστικό μου υλικό επάνω στην σκηνή. Γιατί είναι το φάντασμά μου. Κι εγώ το δικό της. Και ξέρω ότι όταν δυσκολεύουν τα πράγματα με ψάχνει. Κι ας φοβάται την κατάρα της.
Ελπίζω να ακούει όταν της λέω «εδώ είμαι· μη φοβάσαι».

....

Πέρασαν πάλι λίγα χρόνια. Την πετυχαίνω σε ένα καφέ κυριλέ τάχα μου με μπιλιάρδα, με τον φίλο της. Συμπαθέστατο παιδί μου φάνηκε και το πιστεύω ότι είναι. Αλλά η γκάμα του σταματάει στο παιδί. Είναι καταδικασμένος μαζί της. Τουλάχιστον της προσφέρει (ή του παίρνει) κάτι που χρειάζεται. Είναι σαν τον γκόμενο της Νικίτα που δεν έχει ιδέα με ποιά είναι μαζί, στην πραγματική version όμως. Αυτή που η Νικίτα ζει σύμφωνα με την φύση της.
«Χάρηκα πολύ» με τον φίλο μας, με ένα βλέμμα συνεννοηθήκαμε με την Αθηνά και αποχώρησα.

....

Συμβαίνουν τα τέρατα για να πέσω πάνω της «τυχαία» πάλι στο καφέ Κλασίκ στη Νέα Σμύρνη. Έπινε καφέ με δυο φίλες της απ’ τη δουλειά. Πολύ τυπικός και σύντομος αλλά είναι αυτό που βγαίνει μερικές φορές που ξεπερνάει το formal του πράγματος και αλλάζει η ατμόσφαιρα του χώρου.

Κάτι έγινε πάλι και είχα σταμπάρει το αμάξι καινούργιο της. Και γούσταρα που ήταν κίτρινο! Το χρώμα της Τρέλας. Όχι της σαχλαμάρας· της Τρέλας.
Έκανα την έρευνά μου, και βρήκα που δουλεύει. Τηλεφωνώ στο γραφείο της με εταιρικό υφάκι, με συνδέουν, απαντάει ανύποπτη και κανονίζω να την δω. Στο Κλασίκ.
Πήγα πρώτος. Ανέβηκα στο πατάρι που κανονικά ήταν κλειστό με τσαμπουκά – την ήθελα μόνη της. Χωρίς κόσμο δίπλα μας, και ψηλά. Με πιάνουν οι ρομάντζες μου μαζί της. Μπήκε και χωρίς να κοιτάει γύρω της ήρθε κατευθείαν επάνω. Αυτή η γυναίκα με ξέρει. Με αυτό το στραβό χαμόγελο και το βλέμμα μαύρο καρφί ήρθε προσέχοντας την κίνησή της. Αξίζει υπόκλιση και χειροφίλημα. Την πήρα αγκαλιά και κάτσαμε ώρες. Με αυτό το χαμόγελο να γίνεται όλο και πιο ελεύθερο. Την ένιωσα καλά και αυτό μου έφτανε. Ψέματα. Δεν μου έφτανε αλλά δεν ήταν αυτό το timing μας.
Αυτό το χαμόγελο είναι σήμα κατατεθέν. Γενικώς. Είμαι σίγουρος. Αλλά χωρίς το βλέμμα. Lady Grinning Soul ένα από τα τραγούδια του soundtrack της Αθηνάς. Def Lepard δεν θα βάλω από αντίδραση. Ή θα το βάλω σαν bonus track σε commercial επανέκδοση. Να περάσει στο ντούκου χωρίς να ξέρει κανείς τί δουλειά έχει αυτό εκεί μέσα.
Ξαφνικά μου το λέει:
- Σε φοβάμαι, αλλά το ξέρω πια.
- Ποιό;
- Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω από σένα.
- Όχι δεν θα μπορέσεις.
- Και στην άκρη του κόσμου να πάω, θα με βρεις. Δεν το αντέχω άλλο αυτό.
- Φτάνει μόνο να πεις δεν θέλω, και θα εξαφανιστώ.
Μια μεγάλη σιωπή κι ένα τσιγάρο μου απάντησαν.


Έχω να την δω χρόνια πάλι.
Την σκέφτομαι συχνά. Δεν ξέρω τί θα γίνει αλλά θα ξανασυναντηθούμε.
Θα την βρω.
Θέλω να την δω.
Ίσως να κοροιδέψω πάλι την μητέρα ή την γιαγιά ή την αδελφή της και να μου δώσουν το τηλέφωνό της. Ή απλά να την δω μπροστά μου.
Η πιο επικίνδυνη φορά που θα βρεθούμε, θα είναι η φορά που θα με βρει εκείνη.
Το ξέρω πια κι εγώ όμως:

Δεν τελειώνουμε εμείς.

Comments

Λίτσα said…
Σαν μια δυνατή γροθιά στο στομάχι.
Καλημέρα.
stella said…
κι εγώ έτσι το ένιωσα, σαν δυνατή γροθιά στο στομάχι. Καλημέρα
mario said…
εγώ πάλι δεν ένιωσα καμιά γροθιά.
για πρώτη φορά έγινες γήινος Godot.
πολύ όμορφη γραφή
Αρχίσαμε τα σεντόνια και δε λέμε να σταματήσουμε; Θα το διαβάσω όταν βρω ησυχία
tomboy said…
godot είσαι ψυχάκιας. Και σεντονάς.
Καλό ήταν όμως -μου άρεσε.
Godot said…
MBoy υπνοβατώ και τα γράφω. Αυτόματα και μετά βρίσκομαι να ξυπνάω στην κουζίνα.

Tboy νόμιζα ότι το ήξερες.
ptwsh said…
Αν έγραφες βιβλίο θα το διάβαζα με μεγάλη ευχαρίστηση. Όπως και τώρα, αυτό το "σεντόνι" όπως αποκαλείτε.
Wow...

ουάου.......

άφωνη....

(πεταλίδα με έκανες)

υπέροχο.
zero said…
Πολυ καλο.
Σωστος.
ζερο.
Mari-R1 said…
...Κατά κάποιο τρόπο τα τελευταία 20 λεπτά με ταξίδεψαν, κατά κάποιο τρόπο ένιωσα την ιστορία σου.. Ήρθε ξανά η μυρωδιά και με ξύπνησε σ ευχαριστώ!
Φοβερό.Πολύ έντονο κατά την γνώμη μου.Να είσαι σίγουρος πως θα την ξαναβρείς.Καλησπέρα.
annanias said…
Πολυ καλό.Και δυνατή η ιστορία.Πρεπει να τη δεις πριν φυγεις!
thel said…
Ας δοκιμάσουμε την εικασία της Αθηνάς αλά Φερμά. Να υποθέσω ότι το σενάριο να είστε μαζί δεν παίζει ή σας τρομάζει; Εκεί να δεις γλέντια! Θα έχεις να γράφεις...
Apateon said…
Πανέμορφο! :))

Υ.Γ.:Το "ΑΡΩΜΑ" είναι συγκλονιστικό βιβλίο, δε βρίσκω άλλη λέξη να το περιγράψω...ξέρεις πως γυρίστηκε ταινια? Δύσκολο...

Popular posts from this blog

Ημερολόγιο Μακάριναξερα

Μο να σου παίξω μια στην τσεφαλή, τσε ετσά μη με ξανοίζεις!
Μούσκαρε!
Μέσα θε να με πας; Ε, Νά μου!



Ωραία χρονική στιγμή δεν "έτυχε" το επεισοδιο στα Ζωνιανά;
Με την εξωτερική πολιτική να χάνει με 4-0 στο 15',
Με το ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας και την "αναγέννηση" άντε πόρτας,
Με το ασφαλιστικό να σχεδιάζεται σαν tatoo στην πλάτη μας (με κοπίδι),
Με την Βουλή να είναι μπάχαλο,
Με την τροπολογία που δίνει εκτάκτως (ξανά) 900 εκατομμύρια ευρώ στους δικαστικούς (χτες βράδυ ξανα-πέρασε αυτό - ενώ εσύ κοιμόσουν).
Με την ΝΔ να προσπαθεί να δέσει τα κορδόνια της,
Με το πετρέλαιο λίιιιγο πριν τα 100.

"Έτυχε" κι αυτό:
Να πάνε οι μπάτσοι - χωρίς ούτε οι ίδιοι να το ξέρουν - στα Ζωνιανά ("αυτοί" το ήξεραν όμως) και να φεύγουν κάι κάι κάι....
(Μουσικό Διάλειμμα: είσαι σκέτο παρακράτος (δις), και προβοκατόρισσαααα, για αυτό σε χωρισααααααα.....)
η κυβέρνηση να βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο στέλνοντας καμια 200αριά Μπρους Γουίλλις στην περιοχή - σε ζωνταν…

3. Όλα Τα Όμορφα, Άλογα.

1. Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.
2. Ένα Βελούδινο Πρωϊνό.

Ήταν 6.30 και το ράδιο έλεγε ειδήσεις. Το έκλεισα φοβούμενος μη μας ακούσω κι εμάς εκεί. Το παλιό πικάπ είχε ένα δίσκο πάνω, ξεχασμένο ποιός ξέρει από πότε. Όλη μου την περιέργεια την έριξα εκεί για να μη σκοντάψει πάνω της. Σήκωσα το παλιό καπάκι που κόλαγε, πάτησα το παλιό φιλντισένιο κουμπί και έβαλα τη βελόνα πάνω. Το μπλέ κέντρο με τα μαύρα γράμματα άρχισε να γυρνάει. Ξέχασα πως διαβάζουν δίσκο που γυρνάει αλλά το Anita O'Day ήταν εμφανές μέχρι οι στροφές να γίνουν 78. Οι τρομπέτες έπαιξαν τη σύντομη εισαγωγή και άρχισε η παλιά κυρία - αν και λεπτή - να τραγουδάει.
...His wife then draped herself in black / That showed her figure fine / Then she cussed him out / The two-faced guy / No insurance could she find! / And her tears flowed like wine / Yes her tears flowed like wine.....
Η Μάρα γύρισε ήρεμα κοίταζε το πικαπ και τα μάτια της γέμισαν εικόνες.
-Αυτό άκουγε η μαμά μου στα τελευταία της. Αυτός ήταν πάντα πάνω. Φών…

Ντεσπεράντος με στραβό καλαμάκι.

Κοίταξα τον τοίχο. Τη μέρα από μακρυά φαίνεται εύκολος. Με την υγρασία και το κίτρινο φως έμοιαζε με στρατόπεδο. Στη γωνία περίμενες να δεις τη σκοπιά κι όπου νά 'ναι θα περάσει το περίπολο.
Έσβησα το τσιγάρο πάνω του σαν να το 'χωνα στο μάτι του πατέρα της. Πως θα τη καβαλήσουμε τέτοια μάντρα; Μου ΄ρθε κι εμένα έτσι στο ξαφνικό, κουβάλησα και τους άλλους. - Για πείτε καμιά ιδέα πώς θα την κάνουμε. - Εσύ ρε, σάλτα πάνω που έπαιζες και μπάσκετ. - Βόλλευ έπαιζα περισσότερο. Είχε και ελαφάκια γκόμενες. Μπάσκετ αναγκαστικά μη μου βγάλουνε και τ' όνομα. Δε γούσταρα το χαμούρεμα με τους ιδρωμένους αλλά ήταν κάτι μεγαλύτεροι και με θέλανε όλοι στην ομάδα τους γιατί είχα τρελό άλμα . Μου 'φευγε η ψυχή στον αέρα αλλά την κάρφωνα τη σπυριάρα. Τους άφηνα να με κοιτάνε σαν ασβοί και έπαιρνα ύφος χαλαρό, εντάξει μωρέ, δεν έχω κάνει ζέσταμα και δεν μπορώ με δυο χέρια τώρα και τέτοιες πίπες.
Πετάχτηκε ο Κιού με το τσιγάρο στο στόμα και τη στάχτη να του λερώνει το μπλουζάκι των Joy Di…