Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2005

Χωρισμός

Κυρία
Ήσουν μόνη στο δώμα σου και ξαφνικά εγώ.
Με στέρνο γυμνό
Τα μαλλιά μου στον αέρα
Χλωμός. Σαν το πανί. Τα γόνατά μου έτρεμαν.
Μια Λέξη βαθειά κοίταζε μέσα από τα μάτια μου και σαν να με είχε στείλει η
Κόλαση
Για να την περιγράψω.
Εκεί.
Μπροστά σου.
Ερχόμουν. Σ' ακουμπούσα
Φοβάμαι ναι.
Σε τράβηξα από το χέρι. Σ' έσφιξα πάνω μου δυνατά. Απότομα. Ύστερα
αποτραβήχτηκα Σε κράτησα μακρυα με τεντωμένο χέρι και με το άλλο σαν να προστάτευα το μέτωπό μου από μία
Σκέψη.
Συνέχεια
κι επίμονα και σκεφτικά κοιτούσα το πρόσωπό σου.
Σαν να το χάραζα αργά με λεπτομέρειες
στην ρίζα του βλέμματός μου.
Συνέχεια.
Πολλή ώρα.
Ύστερα τίναξα το χέρι σου σα να του δώριζα μια κίνηση κι έγειρα το κεφάλι μου και πάλι το ξανασήκωσα.
Τρεις φορές.
Κι ένας πελώριος στεναγμός με τράνταξε σαν να
Έσπασε η Ζωή μου.
Ύστερα άφησα το χέρι σου. Στραμμένα συνέχεια τα μάτια μου επάνω σου έστριψα το σώμα μου κι εκείνο σαν να
ήξερε μονάχο του το δρόμο έφυγε.
Βγήκε.
Χάθηκα με το κεφάλι συνέχεια γυρισμένο επάνω από τον ώμο μου.
Ακίνητο το πρόσωπό μου
Ως το τέλος
Φώτιζε το δικό σου...