Δευτέρα, Μαΐου 02, 2011

4 Τετράγωνα.

Ο Godot βγήκε βόλτα.Με τη φωτογραφική του μαζί. 
Η εικόνα είναι χίλιες λέξεις, αλλά σπάνια φλυαρεί. 
Μια βόλτα σε ακτίνα τεσσάρων τετραγώνων, στο κέντρο της πόλης μπορεί να σε γεμίσει με λέξεις που συχνά είναι πολλές, πυκνές και δύσκολες να τις επεξεργαστείς. Ειδικά με διάθεση βόλτας και βιτρινοσκόπηση.
Μια απλή βόλτα όμως σου δείχνει πολλά - αν θές να τα δεις:


 O Μικρός και ο Μεγάλος. Μετά το παιχνίδι που σταμάτησε απότομα, με διαταγή μαμάς. Σπίτι και Κυριακάτικο διάβασμα. Απογοήτευση, και προσωρινά, το τέλος του κόσμου.










Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα, που κάθονται σε ένα παγκάκι, μιλάνε και κυρίως ακούνε, μοιράζονται λίγο φαγητό από μια σακούλα, και συνεχίζουν. Όπου βγάλει η κουβέντα, οι μνήμες, το συναίσθημα. Έτσι απλά.












Τριάντα μέτρα πιο κεί, η σιωπή. Η πλήρης ακινησία.


Γύρω του πηγαινοέρχονταν ένα κοπάδι περιστέρια. Θα ήταν ωραίο θέαμα αν δεν φάνταζαν προς στιγμήν με όρνια.










2ο Τετράγωνο:
Επιστροφή στο μέλλον. Η Κίνα μας θυμίζει περασμένες δεκαετίες στην Ελλάδα που πολύ αγωνίστηκε να αφήσει πίσω, και ενοχλείται να βλέπει πάλι μπροστά της, ιδίως μέσα από την ανεξόφλητη ακόμα BMW. Το φάντασμα την Ελλάδας πλανιέται πάνω από την Ελλάδα.












4ο Τετράγωνο, Αγ.Γεώργιος - Πειραιώς.
Οι αόρατοι.
Άστεγοι. Μετανάστες. 
Μέσα στην κουβέρτα, ο Φ. (δεν θέλησε πολύ ευγενικά να αναφερθεί το όνομά του), είναι από την Τυνησία. Το δεξί του πόδι δεν κινείται. Ήταν στο νοσοκομείο, όπου μετά από καμιά θεραπεία και καμιά βελτίωση, τον έφεραν εδώ, και τον ξαπλωσαν σ' αυτή την κουβέρτα. Γύρω οι φίλοι του, επίσης άστεγοι. Είχαν βρεθεί κάπου, ξαναχάθηκαν, ξαναβρέθηκαν. Στον δρόμο. Αναζητώντας κάποια από τα βασικά. Το γονατισμένο παιδί (γιατί παιδί είναι), μου εξηγούσε την κατάσταση και επειδή δείξαμε ενδιαφέρον, ξέσπασε σε κλάμματα.
Ρώτησα τον Φ. πόσον καιρό είναι εδώ. "Πολύ καιρό" απάντησε. "Δηλαδή, απο πότε;" ξαναρώτησα. "Τέσσερις μέρες".










Οι γείτονες. 
Καμία επικοινωνία. Εύθραυστη ατμόσφαιρα και παραίτηση.
Ο κύριος σε πρώτο πλάνο, κοιμάται. Κάνει μια κίνηση εμπρός σαν να θέλει να ξεπιαστεί. Ξανά πίσω και συνεχίζει αυτό που για εκείνον, είναι ύπνος.










Πίσω στην παρέα. Αριστερά ο Χ. Αλβανός. Αμετανόητος με ναρκωτικά και ακίνδυνος. Όταν μιλήσαμε για βοήθεια από κόσμο, οργανώσεις, εκκλησίες, μπήκε στην κουβέντα μόνο όταν είπα τη λέξη "Υποκρισία". Για εκείνον, οι παπάδες και λοιποί μπλαμπλάδες λένε πολλά, αλλά δεν βοηθάει κανείς. 
Πιστεύει και περιμένει μόνο από τον Θεό. 
Δεξιά ο Γ. Αλβανός επίσης. Το πρώτο πικρό χαμόγελο ήταν όταν τον ρώτησα αν έχει φάει σήμερα. Ο Γ. αγωνίζεται να κατακτήσει το ελάχιστο. Δουλειά δεν υπάρχει. Υπάρχει πείνα, κρύο, φόβος και μια λέξη ξεχασμένη - διωγμός. 










Του Γ. του λείπει ένα δάχτυλο, και έχει τα σημάδια.
- " Ήσουν μέσα;"
- " Ουουουυυυ!"
Ο Γ. είναι στην Ελλάδα από το 1989. Εικοσι δύο χρόνια. Τα δεκαέξι, τα πέρασε στη φυλακή. "Έχω πάει σε όλες τις φυλακές της Ελλάδας" εξηγεί, "εκτός από Χίο και Κω".
- "Κέρκυρα ήσουν;"
- "Από Κέρκυρα αποφυλακίστηκα".
- "Κόρινθο;".
- "Μ' έπιασες! Ούτε εκεί πήγα" λέει γελώντας.
- "Γιατί ήσουν μέσα;"
- "Φόρτωμα. Τα πήρα όλα πάνω μου εγώ. Με πιάσανε με κλεμμένο αμάξι που ήταν σε ληστεία. Φορτώθηκα και τη ληστεία". 
- "Δεν ήσουν μέσα."
- "Όχι."










ο Χ. με το μικρό ανησυχούν για τον Φ.
-  "Τί θα γίνει;"
Χ:"Πρέπει να πάρουμε τηλέφωνο να τον πάρουν ξανά στο νοσοκομείο."
-  "Θα πάρετε αύριο πρωί; Πρέπει να τον πάρουν."
Χ:"Βέβαια, δεν μπορούμε να τον αφήσουμε".
- "Πονάς;"
Φ: Νεύει το κεφάλι. Ναι.










Ο Γ. πήγε χτες σε έναν φούρνο και ζήτησε, άν υπάρχει, ένα κομμάτι ψωμί.
Η κυρία του φούρνου άρχισε να φωνάζει "να φύγεις αλήτη, βρωμιάρη" και μετά βγήκε ο άντρας του φούρνου που συνέχισε με "να πας στην πατρίδα σου" και λοιπά.
Η απορία του Γ. ήταν: "Για ένα κομμάτι ψωμί; Τί τους είπα; Αν υπάρχει ένα κομμάτι ψωμί. Να με αντιμετωπίσουν έτσι; Για ένα κομμάτι ψωμί;"






Φεύγοντας, με πολλές εικόνες στο μυαλό - που λέει και το τραγούδι - ένιωσα πάλι αυτό: η ζωή, είναι αυτοί. Εμείς, είμαστε ξεχασμένοι μέσα σε κάτι άλλο.
Και δεν ξέρω τελικά ποιός είναι ο πραγματικά ζωντανός.
Ένα μεγάλο ταξίδι, μέσα σε τέσσερα μόλις τετράγωνα.
















Ένας τοίχος μπροστά μου, μου είπε τί να μην ξεχάσω από αυτή τη βόλτα:

Δεν υπάρχουν σχόλια: